Απόδραση από το Αλκατράζ . (Η υπόθεση ξανάνοιξε 2013)

0
342

Ήταν μια επιθεώρηση ρουτίνας από τους δεσμοφύλακες. Το πρωί της 12ης Ιουνίου 1962 οι φρουροί της φυλακής υψίστης ασφαλείας του Αλκατράζ πραγματοποίησαν τον πρωινό έλεγχο των κρατουμένων στα κελιά τους.
Όταν έφτασαν στην ομάδα κελιών Β, κατάλαβαν αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι άντρες ήταν μεν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους, αλλά δεν έδειχναν σημεία ζωής.


Οι φρουροί ξεκλείδωσαν τα κελιά και τα έχασαν με αυτό που αντίκρισαν. Ο Φρανκ Μόρρις, ο Τζον Άνγκλιν και ο Κλάρενς Άνγκλιν ήταν άφαντοι στη θέση τους είχαν βάλει ψεύτικα κεφάλια, αριστοτεχνιστε είναι μία από τις πιο καλά φρουρούμενες φυλακές σε όλο τον κόσμο. Η απομονωμένη θέση της –χτισμένη πάνω σ’ ένα βραχώδες νησί στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, εκτεθειμένο στα τεράστια παγωμένα κύματα– καθιστούσε κάθε απόπειρα απόδρασης σχεδόν αδύνατη.


Στα είκοσι εννέα χρόνια λειτουργίας της ως ομοσπονδιακής φυλακής, από το 1934 ως το 1963, κανείς δεν είχε καταφέρει να διαφύγει από εκεί ζωντανός. Σαράντα ένας κρατούμενοι το επιχείρησαν. Από αυτούς, οι είκοσι έξι συνελήφθησαν, εφτά έπεσαν νεκροί από τα πυρά των φρουρών και τουλάχιστον τρεις πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να φτάσουν στο Σαν Φρανσίσκο.


Τίποτε από αυτά δεν πτόησε τους τρεις επίδοξους δραπέτες. Αντιθέτως, θεωρούσαν την απομονωμένη θέση του νησιού μεγάλη πρόκληση.
Ήταν τρεις αδίστακτοι εγκληματίες. 0 Φρανκ Μόρρις είχε καταδικαστεί πρώτη φορά στην ηλικία των 13. Από τότε και μετά ενεπλάκη σε μια σειρά σοβαρών εγκληματικών πράξεων, από ένοπλη ληστεία μέχρι διακίνηση ναρκωτικών. Μεταφέρθηκε στο Αλκατράζ το 1960.
Ο Τζον Άνγκλιν ήταν διαβόητος εγκληματίας. Το 1958, μαζί με τα δυο του αδέλφια, είχαν ληστέψει την τράπεζα Columbia Alabama. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τριάντα πέντε χρόνια φυλάκισης.

Ο Κλάρενς Άνγκλιν συμμετείχε και αυτός σε ληστείες τραπεζών και είχε επίσης συλληφθεί ενώ επιχειρούσε να αποδράσει από το σωφρονιστικό ίδρυμα της Ατλάντα. Αποφασίστηκε να μεταφερθεί στο Αλκατράζ προκειμένου να αποθαρρυνθεί από οποιαδήποτε μελλοντική από­πειρα απόδρασης.


Ήταν άκρως επινοητικοί και απόλυτα αποφασισμέ­νοι. Πίσω από τα κελιά τους είχαν ανακαλύψει έναν αφρούρητο διάδρομο υπηρεσίας, πλάτους ενός μέτρου, ο οποίος κατέληγε στο σύστημα εξαερισμού, και από εκεί στον έξω κόσμο. Οι κρατούμενοι άρχισαν να σκά­βουν το διαβρωμένο από την υγρασία τσιμέντο. Για ερ­γαλεία χρησιμοποίησαν κουτάλια που είχαν κλέψει από το κυλικείο και το μοτέρ από έναν ανεμιστήρα, από το οποίο έφτιαξαν ένα αυτοσχέδιο τρυπάνι. Δούλευαν κυ­ρίως κατά τη διάρκεια της μουσικής ώρας, όταν ο ήχος των ακορντεόν κάλυπτε τον θόρυβο των χτυπημάτων στο τσιμέντο. Κατασκεύασαν επίσης ψεύτικα κεφάλια από σαπούνι, χαρτί υγείας και αληθινά μαλλιά για να ξεγε­λάσουν τους φύλακες που πραγματοποιούσαν συχνότα­τους ελέγχους των κρατουμένων σε όλη τη διάρκεια της νύχτας.

Τους πήρε έναν χρόνο για να σκάψουν τη σήραγγα στον τοίχο του βοηθητικού διαδρόμου. Έκλεψαν κι ένα μακρύ σκοινί για να φτάσουν στη θυρίδα του αεραγω­γού. Όταν επιτέλους σήκωσαν το καπάκι της θυρίδας, αντικατέστησαν τις μεταλλικές βίδες με ψεύτικες που είχαν φτιάξει με σαπούνι. Τελικά, τη νύχτα της 11ης Ιου­νίου, όλα ήταν έτοιμα. Είχε έρθει η ώρα της μεγάλης από­δρασης.

Όλα εξελίχθηκαν βάσει σχεδίου. Σύρθηκαν στον διάδρομο, σκαρφάλωσαν στον αεραγωγό εξαερισμού κι έφτα­σαν στη στέγη της φυλακής. Στη συνέχεια κατέβηκαν στο βραχώδες έδαφος κι άρχισαν να φουσκώνουν μια σχεδία που είχαν προηγουμένως φτιάξει από αδιάβροχα μπου­φάν. Είχαν προνοήσει να φτιάξουν μέχρι και κουπιά.

Τι συνέβη από κει και πέρα παραμένει μυστήριο. Οι τρεις άντρες εξαφανίστηκαν και δεν τους ξαναείδε κα­νείς. Δε συνελήφθησαν ποτέ, παρά το άγριο ανθρωποκυ­νηγητό που εξαπέλυσε το FBI, ούτε βρέθηκαν τα πτώμα­τά τους.

Την επομένη η σχεδία τους ξεβράστηκε στο νησί Έιντζελ, τρία περίπου χιλιόμετρα από το Αλκατράζ, και βρέ­θηκαν πατημασιές που ξεμάκραιναν από τη βάρκα. Εκεί όμως χάνονται τα ίχνη τους. Πνίγηκαν; Κατάφεραν να διαφύγουν; Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να δώσει απάντηση.

Μια πρόσφατη έρευνα αποκάλυψε ότι τη νύχτα της απόδρασης αναφέρθηκε η κλοπή ενός αυτοκινήτου· οι τρεις κρατούμενοι σκόπευαν εξαρχής να αποδράσουν με αυτοκίνητο. Παρά τις εξαντλητικές έρευνες όμως οι αστυ­νομικοί δεν κατάφεραν ούτε καν να πλησιάσουν στη λύ­ση του μυστηρίου.

Αν τελικά επέζησαν, οι αδελφοί Άνγκλιν θα είναι σή­μερα [το 2015] 83 και 84 ετών αντίστοιχα, και ο Φρανκ Μόρρις 88. Αυτό δε σημαίνει ότι η υπόθεση έκλεισε. Σύμ­φωνα με τον Αμερικανό ομοσπονδιακό αστυνόμο Μάικλ Ντάικ, «εκκρεμεί ενεργό ένταλμα σύλληψής τους και η αστυνομία δεν έχει πάψει να τους αναζητεί […] Δεν έχου­με αποδείξεις ότι είναι νεκροί και δεν πρόκειται να στα­ματήσουμε να ψάχνουμε».

Κι έτσι οι έρευνες συνεχίζονται. Στον ιστότοπο του FBI καλούνται όσοι γνωρίζουν πληροφορίες σχετικά με τη με­γαλύτερη απόδραση από φυλακή υψίστης ασφαλείας να τηλεφωνήσουν στο (415) 436-7677.

Η υπόθεση της απόδρασης από το Αλκατράζ ξανάνοιξε 2013 .

Η απόδραση από την φυλακή του Αλκατράζ του 1962 έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του μυθικού, όμως τώρα η υπόθεση ανοίγει ξανά ύστερα από 56 χρόνια.

Στις 11 Ιουνίου 1962, ο Φρανκ Μόρρις και τα αδέρφια Τζον και Κλάρενς Άνγκλιν – καταδικασμένοι για ληστείες τραπεζών – απέδρασαν από το Αλκατράζ μέσα από τους αεραγωγούς αφήνοντας στο κελί τους κεφάλια φτιαγμένα από χαρτί, βαμμένα, με αληθινά μαλλιά γύρω τους.

Το 2013, το Αστυνομικό Τμήμα του Ρίτσμοντ στο Σαν Φρανσίσκο έλαβε ένα γράμμα από κάποιον που ισχυριζόταν ότι το 1962 απέδρασε από τη φυλακή του Αλκατράζ. Στη συνέχεια, τους έγραφε ότι σε περίπτωση που του υποσχεθούν ότι θα εκτίσει μόνο ένα χρόνο στη φυλακή, θα μοιραζόταν μαζί τους την τοποθεσία του. Το FBI μετά από αυτό το γράμμα μην ξέροντας αν πρόκειται για φάρσα ή για πραγματικότητα ξανάνοιξε την υπόθεση εξετάζοντας DNA και δαχτυλικά αποτυπώματα.

Μέχρι ο 80 και κάτι πια χρονών αποστολέας του περίφημου γράμματος να εμφανιστεί, όλοι πίστευαν ότι οι τρεις φυλακισμένοι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην ελευθερία. Η υπογραφή ‘John Anglin’ στην αρχή και το κλείσιμο του γράμματος το 2013, άνοιξε εκ νέου την υπόθεση.

Η ύπαρξη του γράμματος αποκαλύφθηκε από το FBI μόλις τώρα παρόλο που το γράμμα στάλθηκε το 2013.

Όπως αναφέρεται από το FBI, οι έρευνες πάνω στα δακτυλικά αποτυπώματα και το DNA δεν έχουν καταφέρει να δείξουν εάν τα παρακάτω λόγια ανήκουν πράγματι στον Τζον Άνγκλιν.

«Το όνομά μου είναι Τζον Άνγκλιν. Απέδρασα από το Αλκατράζ τον Ιούνιο του 1962 μαζί με τον αδερφό μου Κλαρενς και τον Φρανκ Μόρις. Είμαι 83 ετών και σε κακή κατάσταση. Έχω καρκίνο. Ναι, εκείνο το βράδυ της απόδρασης επιβιώσαμε όλοι. Ο Φρανκ πέθανε τον Οκτώβριο του 2005. Ο τάφος του είναι στην Αλεξάνδρεια και έχει άλλο όνομα. Ο αδερφός μου πέθανε το 2011. Εάν ανακοινώσετε στην τηλεόραση ότι θα πάω στη φυλακή για όχι περισσότερο από ένα χρόνο και θα έχω ιατρική περίθαλψη, τότε θα σας γράψω ξανά για να σας ενημερώσω πού ακριβώς βρίσκομαι. Δεν πρόκειται για κάποιο αστείο, αλλά για μία ειλικρινή αλήθεια». Ακόμα, στο γράμμα ο «Άνγκλιν» περιγράφει τα χρόνια που έζησε στο Σιάτλ και την Βόρεια Ντακότα, ενώ αναφέρει ότι τώρα ζει στη Νότια Καλιφόρνια.

image014.jpg


Οι αρχές μην έχοντας βρει κάποια άκρη ανακοίνωσαν την ύπαρξη του γράμματος ελπίζοντας ο Άνγκλιν να το δει και να επικοινωνήσει μαζί τους.

Μετά την απόδραση, η οικογένεια των αδερφών Άνγκλιν είχε ισχυριστεί στο FBI ότι και οι δύο ζούσαν, πιθανότατα κάπου στη Βραζιλία. Ο Φρεντ Μπρίζι που μεγάλωσε μαζί με τα αδέρφια, έχει και φωτογραφία τους από το Ρίο ντε Τζανέιρο, την οποία ισχυρίζεται ότι τράβηξε το 1975. Ο Μπρίζι έδωσε τη φωτογραφία στην οικογένεια το 1992, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ανιψιού τους.

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com