Η Επιχείρηση «Rolling Thunder» ΒΙΝΤΕΟ.

0
158

Η Επιχείρηση «Rolling Thunder» (Συνεχής Βροντή) του 1965-1968 ήταν η πρώτη από τέσσερις ξεχωριστές φάσεις του αεροπορικού πολέμου πάνω από το Βόρειο Βιετνάμ. Ακολούθησαν η περίοδος «χάριτος» (1968-1972), κατά την οποία σταμάτησαν οι βομβαρδισμοί, η Επιχείρηση «Linebacker» (Μάιος- Οκτώβριος του 1972) και η τελική επιχείρηση 11 ημερών γνωστή και ως «Linebacker II» (17-29 Δεκεμβρίου του 1972). Η σύλληψη και εφαρμογή του Rolling Thunder είχε τρεις στόχους. Συγκεκριμένα, θα προσπαθούσε να μειώσει τη διείσδυση μαχητών από το Βόρειο στο Νότιο Βιετνάμ, να ανεβάσει το ηθικό των Νοτιοβιετναμέζων και να καταστήσει σαφές στο Ανόι ότι η συνέχιση της υποστήριξης προς τους Βιετκόνγκ θα είχε ολοένα και αυξανόμενο κόστος για το Βόρειο Βιετνάμ.


Το Ανόι, όμως, θεώρησε n Επιχείρηση «Rolling Thunder» δα ήταν απλώς ένα ακόμη εμπόδιο στο δρόμο για την εκδίωξη των ξένων δυνάμεων από τα βιετναμέζικα εδάφη και την ένωση των δύο κρατών. Οι πιστοί μαχητές του Χο Τσι Μινχ είχαν καταφέρει να ξεφορτωθούν τους Ιάπωνες κατακτητές και, στη συνέχεια, τους Γάλλους αποικιοκράτες. Έπρεπε, όμως, να βρουν έναν τρόπο να αντέξουν τον αμερικανικό βομβαρδισμό και επιθυμούσαν διακαώς να κάνουν την Ουάσινγκτον να πληρώσει ένα ακριβό τίμημα.


Στις 2 Μαρτίου του 1965, η Αμερικανική Αεροπορία (USAF) ξεκίνησε την Επιχείρηση «Rolling Thunder» με Β-57, F-1001D και F-105D. Τα αεροσκάφη που διέθετε σε διάφορες βάσεις στην Ταϊλάνδη ήταν περίπου 150. Από αυτά, 25 F-105D της 12ης και της 67ης Μοίρας (της 18ης Πτέρυγας) συνοδέυσαν βομβαρδιστικά Β-57 και F-100 σε μια αποστολή εναντίον αποθήκης πυρομαχικών στη Ζομ Μπονγκ, περίπου )6 χλμ. βόρεια της «πράσινης γραμμής», προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Η πρώτη αυτή αποστολή κόστισε δυο F-100D Super Sabre και τρία F-105D Thundercnief στους Αμερικανούς.

To F-105 είχε την αμφισβητούμενη διάκριση ως το αεροσκάφος με τις περισσότερες απώλειες από οποιοδήποτε άλλο στο Βιετνάμ. Εκτός από αυτό, ο σμηναγός Hayden J.Lockhart έγινε ο πρώτος αιχμάλωτος πιλότος της USAF. Ήδη, οι πρώτες ελπίδες ότι ο βομβαρδισμός θα έφερνε γρήγορα αποτελέσματα αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες.



Από την αρχή, οι επικριτές του «Rolling Thunaer» τόνιζαν ότι ο βομβαρδισμός ούτε ιδιαίτερα συνεχής ήταν, ούτε ιδιαίτερα βροντερός. Ο σχεδιασμός των επιθέσεων ήταν ιδιαίτερα σύνθετος και πολύπλοκος. Ξεκινούσε στο θάλαμο επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου, όπου ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον επέμεινε να διατηρεί τον έλεγχο επιλογής των στόχων. Στο επίπεδο αυτό, χιλιάδες μίλια μακριά από το μέτωπο, αποφασιζόταν ακόμη και η σύνθεση του οπλικού φορτίου των αεροσκαφών.

Το αρχηγείο, βέβαια, της USAF στη Σαϊγκόν, η 2η Αεροπορική Μεραρχία, έκανε προτάσεις, αλλά δεν μπορούσε να επιλέξει στόχους. Ο διοικητής της, ο αντιπτέραρχος Joseph Moore, ήταν ένας έμπειρος μαχητής που επέμενε να πλήττονται ουσιαστικοί στόχοι στο Βόρειο Βιετνάμ, όπως το δίκτυο σιδηροδρόμων και το οδικό δίκτυο. Η επιλογή των στόχων, όμως, έμοιαζε να γίνεται χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο.

Η απειλή του Βορρά


Ένα στοιχείο που περιέπλεκε τα πράγματα ήταν η αύξηση της αεροπορικής δύναμης των Bορειοβιετναμέζων. Το αντιαεροπορικό πυροβολικό που καθοδηγούνταν με ραντάρ συμπληρωνόταν από καταδιωκτικά MiG, όπως και από ολοένα αυξανόμενο αριθμό πυραύλων.

Τα πρώτα αεροσκάφη με εξοπλισμό ηλεκτρονικών αντίμετρων (ECM) πέταξαν επιχειρησιακά στις 29 Μαρτίου του 1965, όταν τρία RF-101C Voodoo, εξοπλισμένα με ατρακτίδια QRC- 160 συνόδεψαν μια αποστολή προς τον Βορρά. To QRC-160, όμως, αποδείχθηκε κατώτερο των περιστάσεων και αποσύρθηκε. Οι Αμερικανοί, βέβαια, έμαθαν πολλά για τη χρήση ηλεκτρονικών παρεμβολών προκειμένου να αντιμετωπίζουν τα εχθρικά ραντάρ.

WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com