Ο αρχιστράτηγος των ληστών με το όνομα Χακαμαντάρε<<ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΙ, ΧΙΡΟΑΚΙ ΣΑΤΟ>>

0
68

Η ψυχραιμία παίζει μεγάλο ρόλο στον πόλεμο, τον χάρο του απροσδόκητου, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο από μια αυξημένη ικανότητα αντιμετώπισης του απρόβλεπτου, θαυμάζουμε την ευστροφία μιας αποστομωτικής απάντησης, όπως θαυμάζουμε και το γρήγορο μυαλό στην αντιμετώπιση κινδύνου… Ο όρος «ψυχραιμία» αναφέρεται ακριβώς στην ταχύτητα και στην αμεσότητα της βοήθειας που μας προσφέρει ο νους.

ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΚΑΡΑ ΦΟΝ ΚΛΑΟΥΖΕΒΙΤΣ, 1780-1831

Υπήρχε κάποτε ένας άνδρα,ς, ο οποίος μπορεί να ονομα­στεί «αρχιστράτηγος» των ληστών, γνωστός με το όνομα Χακαμαντάρε. Είχε δυνατό μυαλό και ήταν γε­ροδεμένος. Ήταν γρήγορος στα πόδια, σβέλτος στα χέρια και σοφός στις σκέ­ψεις και στις μηχανορρα­φίες. Γενικότερα, δεν υπήρχε άλλος που να μπο­ρούσε να συγκριθεί μαζί του. Δουλειά τον ήταν να κλέβει τους ανθρώπους, όταν εκείνοι δεν πρόσεχαν. Κάποτε, γύρω στον δέκατο μήνα του χρόνου, χρειαζό­ταν ρούχα και αποφάσισε να τα βρει. Πήγε στα κατάλ­ληλα σημεία και άρχισε να περιφέρεται, παρατηρώντας.

Γύρω στα μεσάνυχτα, όταν οι άνθρωποι είχαν πέσει να κοιμηθούν και είχαν ησυχά­σει, κάτω από το αχνό φως του φεγγαριού, είδε έναν άνδρα ντυμένο με πλούσια ενδύματα να βαδίζει νωχελικά στον δρόμο. Ο άνδρας, ο οποίος είχε ψηλά δεμένα τα φαρδιά του παντελόνια, ίσως με σχοινί, και κάλυπτε το σώμα του με μια κάπα κυνηγού, έπαιζε τη φλογέρα του, χωρίς να φαίνεται ότι βιάζεται να πάει κάπου συ­γκεκριμένα. Όπα, να ένας τύπος που εμφανίστηκε ακριβώς για να μου δώσει τα ρούχα του, σκέφτηκε ο Χακαμαντάρε. Κανονικά, θα του είχε επιτεθεί με μοχθηρότητα, θα είχε χτυπή­σει το θήραμα και θα του είχε κλέψει τα ρούχα. Αυτή τη φορά όμως, ανεξήγητα, ένιωσε κάποιο φόβο γι’ αυτόν τον άνδρα, έτσι τον ακολούθησε μερικές εκατο­ντάδες υάρδες. Ο ίδιος ο άν­δρας δεν φαινόταν να σκέφτεται ότι κάποιος τον ακολουθεί. Αντιθέτως, εξα­κολουθούσε να παίζει τη φλογέρα του, δείχνοντας ακόμα πιο ήρεμος.


Ας τον δοκιμάσουμε, είπε μέσα του ο Χακαμαντάρε, και έτρεξε κοντά στον άνδρα, κάνοντας με τα πόδια τον όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε. Ο άνδρας όμως δεν φαινόταν να ενο­χλείται καθόλου. Γύρισε απλώς και τον κοίταξε, συ­νεχίζοντας να παίζει τη φλο­γέρα του. Δεν ήταν δυνατόν να του ορμήσει. Ο Χακαμα­ντάρε το βάλε στα πόδια. 0 Χακαμαντάρε προσπά­θησε να του επιτεθεί με τον ίδιο τρόπο αρκετές φορές, ο άνδρας όμως παρέμενε από­λυτα ήρεμος. Τότε, κατά­λαβε ότι είχε να κάνει με έναν ασυνήθιστο τύπο. Όταν όμως είχαν περπατήσει κάπου χίλιες υάρδες, ο Χα­καμαντάρε αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι- τράβηξε το σπαθί τον και όρμησε καταπάνω του. Αυτή τη φορά, ο άνδρας σταμάτησε να παίζει τη φλογέρα και, γυρίζοντας, είπε:

«Τι στο καλό κάνεις;» Ο Χακαμαντάρε δεν θα μπορούσε να νιώσει μεγαλύ­τερο φόβο, ακόμα κι αν του είχε επιτεθεί ένας δαίμονας ή ένας θεός την ώρα που βά­διζε μονάχος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αποκαρ­διώθηκε κι έχασε το κουρά­γιο του. Έχοντας καταληφθεί από έναν θανά­σιμο φόβο, και χωρίς να το θέλει, έπεσε στα τέσσερα.

«Μα, τι κάνεις;», επανέλαβε ο άνδρας. 0 Χακαμαντάρε κατάλαβε πως, ό,τι και να έκανε, δεν μπορούσε να ξεφύγει. «Προσπαθώ να σε ληστέψω», τραύλισε. «Το όνομά μου είναι Χακαμα­ντάρε». «Ναι, έχω ακουστά για έναν άνδρα με αυτό το όνομα. Μου έχουν πει ότι είναι ένας περίεργος και επικίνδυνος τύπος». Και, ύστερα, είπε απλά στον Χα­καμαντάρε: «Έλα μαζί μου», και συνέχισε να παίζει τη φλογέρα. Τρομοκρατη­μένος, καθώς δεν είχε να κάνει με συνηθισμένο άν­θρωπο και σαν να είχε κατα­ληφθεί από έναν δαίμονα ή θεό, ο Χακαμαντάρε ακολούθησε τον άνδρα τε­λείως σαστισμένος.

Σε κά­ποια στιγμή, ο άνδρας πέρασε μια πύλη, πίσω από την οποία βρισκόταν ένα με­γάλο σπίτι. Μπήκε μέσα από την πόρτα της βεράντας, αφού πρώτα έβγαλε τα πα­πούτσια του. Ενώ ο Χακαμαντάρε σκεφτόταν: «Αυτός πρέπει να είναι ο κύρης του σπιτιού», ο άνδρας γύρισε πίσω και τον κάλεσε μέσα. Την ώρα που του έδινε μια κάπα φτιαγμένη από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, του είπε


«Εάν στο μέλλον χρει­αστείς κάτι σαν κι αυτό, έλα να μου το πεις. Εάν επιτε­θείς σε κάποιον που δεν γνωρίζει τις προθέσεις σου, μπορεί να πληγωθείς».

Αργότερα, ο Χακαμαντάρε κατάλαβε ότι το σπίτι ανήκε στον Κυβερνήτη της Σέτσου, Φουτζιγιάρα νο Γιασουμάσα. Μετά από καιρό, όταν είχε πλέον συλληφθεί, λέγεται ότι είχε πει: «Ήταν ένας τόσο ασυνήθιστος, πα­ράξενος, τρομακτικός άν­δρας!»

Ο Γιασουμάσα δεν ήταν πο­λεμιστής με οικογενειακή παράδοση, καθώς ήταν υιός του Μουνετάντα. Δεν ήταν όμως καθόλου κατώτερος από κάποιον που προερχό­ταν από οικογένεια με πα­ράδοση πολεμιστών. Είχε δυνατό μυαλό, ήταν επιδέ­ξιος στα χέρια και είχε τε­ράστια δύναμη. Ήταν επίσης ευφυής στη σκέφη και στην κατάστρωση σχε­δίων. Γι αυτό και η αυτοκρατορική αυλή ένιωθε σίγουρη, χρησιμοποιώντας τον όπως έναν πολεμιστή. Ως αποτέλεσμα, όλος ο κό­σμος τον φοβόταν πολύ και αναγκαζόταν να τον υπα­κούει.

ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΙ, ΧΙΡΟΑΚΙ ΣΑΤΟ, 1995

WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com