Ο πρώτος αγγλο-αφγανικός πόλεμος (1838-1842)

0
303

ΤΟ ΓΗΡΑΙΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Ένα λιοντάρι που είχε αρχίσει να γερνά και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει την τροφή του, αποφάσισε ότι έπρεπε να καταφύγει στα τεχνάσματα. Γι αυτό, απο-σύρθηκε σε μια σπηλιά και ξάπλωσε κάτω, κάνοντας τον άρρωστο. Έτσι, κάθε φορά που τα ζώα έρχονταν στη σπηλιά για να το δουν, μόλις πλησίαζαν, τα έτρωγε όλα. ‘Οταν εξαφανίστηκαν πολλά ζώα, μια αλεπού κατάλαβε τι συνέβαινε. Πήγε να δει το λιοντάρι, παρέμεινε όμως σε απόσταση ασφαλείας έξω από τη σπηλιά, και το ρώτησε πώς τα πάει. «Ωχ, όχι καλά», είπε το λιοντάρι. «Αλλά γιατί δεν μπαίνεις μέσα;». Η αλεπού είπε: «Θα έμπαινα μέσα, εάν δεν είχα δει ότι πολλές πατημασιές δείχνουν προς τα μέσα, προς τη σπηλιά σου, καμία όμως δεν δείχνει προς τα έξω». Οι σώφρονες άνθρωποι παρατηρούν τις ενδείξεις των κινδύνων και, έτσι, τους αποφεύγουν.

ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΙ, 6ος ΑΙΩΝΑΣ π.Χ.

Τον Ιούνιο του 1838, ο Λόρδος Όκλαντ, ο Βρετανός κυβερνήτης της Ινδίας, κάλεσε όλους τους ανώτερους αξιωματικούς του για να συζητή­σουν την προτεινόμενη εισβολή στο Αφγανιστάν, καθώς ο ίδιος και οι άλλοι Βρετανοί υπουργοί είχαν αρχίσει να ανησυχούν σοβαρά για την επεκτεινόμενη επιρροή της Ρωσίας σε εκείνη την περιοχή. Οι Ρώσοι είχαν ήδη συμμαχήσει με την Περσία και τώρα προσπαθούσαν να κά­νουν το ίδιο με το Αφγανιστάν εάν το πετύχαιναν, οι Βρετανοί στην Ινδία πιθανόν να βρίσκονταν αποκομμένοι στην ξηρά από τα δυτικά και ευάλωτοι σε περισσότερες παρενοχλήσεις από τους Ρώσους.

Αντί να προσπαθήσει να βγάλει τους Ρώσους από τη μέση και να διαπραγμα­τευτεί μια συμμαχία με τον Αφγανό άρχοντα, Ντοστ Μοχάμεντ, ο Όκλαντ πρότεινε αυτό που θεωρούσε πιο σίγουρη λύση: εισβολή στο Αφγανιστάν και ενθρόνιση νέου αρχηγού του Σαχ Σουτζά, πρώην Αφγανού αρχηγού που είχε εκδιωχθεί από την εξουσία είκοσι πέντε χρόνια πριν, ο οποίος θα ήταν υπόχρεος στους Βρετανούς.


Εκείνη τη μέρα, στο ακροατήριο του Όκλαντ ήταν και ο Γουίλιαμ Μακνάτεν, ο σαρανταπεντάχρονος υπουργός προεδρίας της κυβέρνη­σης της Καλκούτα. Ο Μακνάτεν θεώρησε εξαιρετική ιδέα την εισβολή: ένα φιλικά προσκείμενο Αφγανιστάν θα διασφάλιζε τα βρετανικά συμ­φέροντα στην περιοχή και, επιπλέον, θα βοηθούσε στην επέκταση της βρετανικής επιρροής. Και αυτή η εισβολή δύσκολα θα αποτύγχανε. Δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για τον Βρετανικό Στρατό να σαρώσει τους πρωτόγονους Αφγανούς φύλαρχους. Θα παρουσιάζονταν ως απελευθε­ρωτές που θα λύτρωναν τους Αφγανούς από τη ρωσική τυραννία και θα έφερναν στη χώρα την υποστήριξη και την εκπολιτιστική επιρροή της Αγγλίας. Μόλις ανέβαινε στην εξουσία ο Σαχ Σουτζά, ο στρατός θα απο­χωρούσε, ώστε η βρετανική επιρροή πάνω στον ευγνώμονα σάχη, αν και ισχυρή, να μην γίνει αντιληπτή από τον πληθυσμό του Αφγανιστάν. Όταν ήρθε η ώρα για τον Μακνάτεν να εκφράσει τη γνώμη του σχετικά με την προτεινόμενη εισβολή, η υποστήριξή του ήταν τόσο θερμή και ενθουσιώδης, ώστε ο Λόρδος Όκλαντ όχι μόνο αποφάσισε να προχωρή­σει, αλλά ανακήρυξε τον Μακνάτεν και εντεταλμένο της βασίλισσας στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν – τον ανώτερο Βρε­τανό αντιπρόσωπο στο Αφγανιστάν.

Αφού συνάντησε μικρή αντίσταση στον δρόμο του, τον Αύγουστο του 1839, ο Βρετανικός Στρατός έφτασε στην Καμπούλ. Ο Ντοστ Μοχάμεντ διέφυγε στα βουνά και ο σάχης επανήλθε στην πόλη. Για τους ντόπιους, το θέαμα ήταν παράξενο: ο Σαχ Σουτζά, τον οποίο πολλοί ούτε καν θυμούνταν, φαινόταν γέρος και υποταγμένος στον Μακνάτεν, ο οποίος τριγυρνούσε στην Καμπούλ φορώντας μια φανταχτερή στολή, έχοντας στο κεφάλι ένα παράξενο καπέλο, στολισμένο με φτερά στρουθοκαμή­λου. Γιατί είχαν έρθει αυτοί οι άνθρωποι; Τι έκαναν εδώ;

Μετά την επάνοδο του σάχη στην εξουσία, ο Μακνάτεν έπρεπε να επανεκτιμήσει την κατάσταση. Ήδη κατέφθαναν πληροφορίες ότι ο Ντοστ Μοχάμεντ συγκέντρωνε στρατό στα βουνά του βορρά. Εντωμεταξύ, στον νότο φαινόταν ότι, εισβάλλοντας στη χώρα, οι Βρετανοί είχαν προσβάλει μερικούς τοπικούς φυλάρχους, καθώς λεηλάτησαν τις σοδειές τους για να τραφούν. Τώρα, οι φύλαρχοι αυτοί ξεσήκωναν τον κόσμο. Ήταν επίσης φανερό ότι ο σάχης δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους πρώην υπηκόους του, σε σημείο που ο Μακνάτεν δεν μπορούσε να αφήσει μόνο και απροστάτευτο και τον ίδιο και τα άλλα βρετανικά συμφέροντα. Με κάποιο δισταγμό, ο Μακνάτεν διέταξε το μεγαλύτερο μέρος των βρετανικών στρατευμάτων να παραμείνει στο Αφγανιστάν, μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση.

Ο χρόνος περνούσε και, σε κάποια στιγμή, ο Μακνάτεν αποφάσισε να επιτρέψει στους αξιωματικούς και στους στρατιώτες της χρονίζουσας δύναμης κατοχής να καλέσουν τις οικογένειές τους, ώστε η ζωή τους να είναι λιγότερο σκληρή. Σύντομα κατέφθασαν οι γυναίκες και τα παιδιά, μαζί με τους Ινδούς υπηρέτες τους. Ωστόσο, εκεί που ο Μακνά­τεν πίστευε ότι η άφιξη των οικογενειών των στρατιωτών θα είχε μια κατευναστική, πολιτιστική επίδραση, αντιθέτως, πανικόβαλε τους Αφγανούς. Δηλαδή, οι Βρετανοί σχέδιαζαν μια μόνιμη κατοχή; Όπου και να κοίταζαν, έβλεπαν αντιπροσώπους των βρετανικών συμφερόντων να μιλούν δυνατά στους δρόμους, να πίνουν κρασί, να πηγαίνουν στα θέατρα και τις ιπποδρομίες στις παράξενες εισαγόμενες διασκεδάσεις που είχαν φέρει στη χώρα. Τώρα είχαν εγκαταστήσει και τις οικογένειές τους. Ένα μίσος ενάντια σε καθετί βρετανικό άρχισε να ριζώνει.

Υπήρξαν ορισμένοι που προειδοποιούσαν τον Μακνάτεν για την κα­τάσταση αυτή, εκείνος όμως έδινε σε όλους την ίδια απάντηση: όλα θα ξεχαστούν και θα συγχωρεθούν, όταν αποχωρήσει ο στρατός από το Αφγανιστάν. Οι Αφγανοί ήταν σαν παιδιά, άνθρωποι συναισθηματικοί, και μόλις καταλάβαιναν τα πλεονεκτήματα του αγγλικού εκπολιτισμού, θα ήταν κάτι παραπάνω από ευγνώμονες. Υπήρχε, ωστόσο, ένα θέμα που ανησυχούσε τον εντεταλμένο της βασίλισσας: η βρετανική κυβέρ­νηση ήταν δυσαρεστημένη με τα διαρκώς αυξανόμενα έξοδα της κατο­χής. Ο Μακνάτεν έπρεπε να κάνει κάτι για να περικόψει τα έξοδα και ήξερε από πού να αρχίσει.

Τα περισσότερα από τα ορεινά περάσματα, από τα οποία περνού­σαν οι κύριοι εμπορικοί δρόμοι, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των φυλών Γκίλζι που, για πολλά χρόνια, ανεξαρτήτως αρχηγού της χώρας, εισέπρατταν μισθό για να κρατούν τα περάσματα ανοικτά. Ο Μακνάτεν αποφάσισε να περικόψει αυτόν τον μισθό κατά το ήμισυ. Οι Γκίλζι αντέδρασαν, κλείνοντας τα περάσματα σε όλη τη χώρα, ενώ άλλες φυλές, φιλικά προσκείμενες στους Γκίλζι, εξεγέρθηκαν. Ο Μακνάτεν, αιφνιδιασμένος, προσπάθησε να καταστείλει αυτές τις εξεγέρσεις, χωρίς όμως να τις πάρει στα σοβαρά και, όταν ανήσυχοι αξιωματικοί τού έλεγαν να αντιδράσει πιο δυναμικά, τους απόπαιρνε λέγοντας ότι είχαν χάσει την αυτοκυριαρχία τους. Τώρα πια, ο Βρετανικός Στρατός ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει επ’ αόριστον.

Η κατάσταση γρήγορα επιδεινώθηκε. Τον Οκτώβριο του 1841, ένας όχλος επιτέθηκε στο σπίτι ενός Βρετανού αξιωματικού και τον σκότωσε. Στην Καμπούλ, οι ντόπιοι αρχηγοί άρχισαν να συνωμοτούν για να διώ­ξουν τους Βρετανούς κατακτητές. Ο Σαχ Σουτζά πανικοβλήθηκε. Εδώ και μήνες, παρακαλούσε τον Μακνάτεν να του επιτρέψει να συλλάβει και να εκτελέσει τους κύριους αντιπάλους του, σύμφωνα με την παρα­δοσιακή μέθοδο των Αφγανών αρχηγών για την εδραίωση της θέσης τους. Ο Μακνάτεν, όμως, απαντούσε ότι μια πολιτισμένη χώρα δεν χρη­σιμοποιεί τον φόνο ως λύση των πολιτικών της προβλημάτων. Ο σάχης γνώριζε ότι οι Αφγανοί σέβονταν τη δύναμη και την εξουσία και όχι τις αξίες του «πολιτισμού». Στα μάτια τους, η αποτυχία του στον χειρισμό των εχθρών του τον έκανε να δείχνει αδύνατος και ανάξιος για αρχηγός, αφήνοντάς τον περικυκλωμένο από εχθρούς. Ο Μακνάτεν ούτε που κα­θόταν να τον ακούσει.

Οι ταραχές εξαπλώθηκαν και ο Μακνάτεν βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρή αλήθεια ότι δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να καταστείλει μια γενικευμένη εξέγερση. Γιατί όμως να πανικοβληθεί; Οι Αφγανοί και οι αρχηγοί τους ήταν αφελείς. Θα ξανάπαιρνε το πάνω χέρι με ίντρι­γκες και πονηριές. Γι’ αυτό, διαπραγματεύτηκε δημόσια μια συμφωνία που προέβλεπε αποχώρηση των Βρετανών στρατιωτών, με αντάλλαγμα οι Αφγανοί να προμηθεύσουν τους απερχόμενους Βρετανούς με τρό­φιμα. Ωστόσο, ο Μακνάτεν εμπιστεύτηκε σε μερικούς φυλάρχους-κλειδιά ότι ήταν πρόθυμος να κάνει έναν από αυτούς βεζίρη της χώρας και να τον φορτώσει με χρήματα, με αντάλλαγμα εκείνος να καταστείλει την εξέγερση, εξασφαλίζοντας έτσι την παραμονή των Βρετανών.

Ο αρχηγός των ανατολικών Γκίλζι, Ακμπάρ Χαν, απεδέχθη αυτή την προσφορά και, στις 23 Δεκεμβρίου του 1841, ορίστηκε μια κατ’ ιδίαν συ­νάντηση με τον Μακνάτεν, ώστε να κλείσουν τη συμφωνία. Αφού αντάλλα­ξαν χαιρετισμούς, ο Ακμπάρ ρώτησε τον Μακνάτεν εάν εξακολουθούσε να επιθυμεί την εφαρμογή του σχεδίου της προδοσίας. Ενθουσιασμένος που τα είχε καταφέρει, ο Μακνάτεν με χαρά τον διαβεβαίωσε ότι ήθελε. Χωρίς να πει λέξη, ο Ακμπάρ έκανε νόημα στους άνδρες του να αρπάξουν τον Μακνάτεν και να τον ρίξουν στη φυλακή δεν είχε καμία πρόθεση να προδώσει τους άλλους φυλάρχους. Κάθοδόν, μαζεύτηκε όχλος, άρπαξε τον άτυχο εντεταλμένο της βασίλισσας και κυριολεκτικά τον κομμάτιασε. Τα άκρα και το κεφάλι του παρέλασαν στους δρόμους της Καμπούλ και ο κορμός του κρεμάστηκε σε ένα τσιγκέλι στο παζάρι.


Σε λίγες μέρες, τα πάντα ξεκαθάρισαν. Τα εναπομείναντα βρετα­νικά στρατεύματα -κάπου 4.500 άτομα και 12.000 συνοδοί- αναγκά­στηκαν να συμφωνήσουν σε άμεση αποχώρηση από το Αφγανιστάν, παρά τις άγριες καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Παρόλο που είχε συμφωνηθεί οι Αφγανοί να ανεφοδιάσουν τον απερχόμενο στρατό, δεν το έκαναν. Σίγουροι ότι οι Βρετανοί δεν θα έφευγαν ποτέ, παρά μόνο εάν τους εξανάγκαζαν, συνέχιζαν να τους παρενοχλούν καθ’ όλη τη διάρ­κεια της αποχώρησής τους. Πολίτες και στρατιώτες γρήγορα αφανίστη­καν μέσα στα χιόνια.

Στις 13 Ιανουάριου, οι βρετανικές δυνάμεις στο οχυρό της Τζιαλαλαμπάτ είδαν ένα μοναχικό άλογο να τρεκλίζει προς την πύλη. Ο μισο­πεθαμένος αναβάτης του, ο γιατρός Γουίλιαμ Μπράιντον, ήταν ο μοναδικός επιζών της καταραμένης εισβολής των Βρετανών στο Αφγα­νιστάν.

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com