ΣΟΜ (Η θανάτωση μιας γενιάς) 1916

0
499

Την 1η Ιουλίου του 1916, μετά από βομβαρδισμό του γερμανικού μετώπου επί μία εβδομάδα, σχεδόν 100.000 Βρετανοί στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματά τους και βάδισαν στην ουδέτερη ζώνη.

ο Δεκέμβριο του 1915, ο Sir Douglas Haig, αρχιστράτηγος του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, συμφώνησε με το Γάλ­λο ομόλογό του, στρατηγό Joseph Joffre, για μια Συμμαχική επίθεση κα­τά μήκος ενός μετώπου μήκους 95 χλμ. (60 μιλιών) στο Σομ (Somme).

Πηγαίνοντας σε σίγουρο σχεδόν θάνατο, οι Βρετανοί στρατιώτες προετοιμάζονται να προελάσουν προς βαριά οχυρωμένες γερμανικές θέσεις, φυλασσόμενες από αγκαθωτό σύρμα και βαριά πολυβόλα .

Στις 21 Φεβρουάριου του 1916, ο Γερμανός στρατηγός Erich von Falkenhayn είχε επιτεθεί στο Βερντέν, 150 χλμ. (93 μίλια) ανατολικά του Παρισιού, ξεκινώντας μια μάχη, στην οποία οι Γάλλοι έριξαν τα καλύ­τερα στρατεύματά τους. Οι Βρετανοί οργάνωσαν μια εθελοντική δύναμη των καλύτερων νεοσυλλέκτων τους για την επίθεση. Ωστόσο, υπήρχε έλ­λειψη επαρκούς εκπαίδευσης. Ο Βρε­τανικός Στρατός είχε επίσης εγκαταστήσει μια τεράστια γραμμή πυροβο­λικού και προγραμμάτιζαν βομβαρδι­σμό διάρκειας μίας εβδομάδας.


ΣΟΜ: ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΓΗ ΠΡΟΕΛΑΣΗ

Οι Σύμμαχοι ξεκίνησαν την επίθεσή τους σε ένα πλατύ μέτωπο που απλω­νόταν από την Oillers στα δυτικά και έφτανε με ανατολική κατεύθυνση μέ­σω του Fricourt-Mametz στο Curlu στα ανατολικά. Μέχρι την 14η Ιουλίου, ένα δεκα­πενθήμερο μετά την επίθεση, το μέτω­πο είχε προωθηθεί μόνο 3,2 χλμ. (2 μί­λια). Η αργή προέλαση και η σκληρή αγγαρεία συνεχίζονταν. Δύο μήνες με­τά, η μετακίνηση του μετώπου γινόταν ακόμα πιο αργά, με μια προώθηση 3,2 χλμ. μόνο. Οι Βρετανοί ξεκίνησαν μια μεγάλη επίθεση στις 15 Σεπτεμβρίου, με την οποία οδήγησαν την πρώτη γραμμή μπροστά, απλώνοντάς την στην έκταση των χωριών Μπομόντ ΧάμελΓκόντεκορτΡανκούρΜπουκαβένς. Σε ένα μήνα, οι Σύμμαχοι είχαν κάνει τη μεγαλύτερή τους προώθηση κατά 6,5 χλμ. (4 μίλια). Ολόκληρη η μάχη στοίχισε τις ζωές ενός εκα­τομμυρίου Συμμάχων και Γερμανών, καθώς και χιλιάδων τραυματιών. Η ε­πίθεση του Σομ, που υποτίθεται ότι θα σηματοδοτούσε την αρχή του τέλους του πολέμου, ήταν ακόμη ένα ψέμα προς

«τα λιοντάρια που καθοδηγού­νταν από γάίδάρους».

Η επίθεση αρχίζει

Ο βομβαρδισμός ξεκίνησε στις 24 Ιου­νίου. Σχεδόν 1,7 εκατομμύρια βλήματα εκτοξεύτηκαν προς τις έξι μεραρχίες πρώτης γραμμής του Γερμανού στρα­τηγού Otto von Below, οι οποίες είχαν καταφύγει στις υπόγειες στοές τους.Ομως ο βρετανικός καταιγισμός διέθετε μόνο ένα πυροβόλο μεγάλου διαμετρήματος ανά 55 μέτρα (60 γυάρδες) μετώπου. Το σφυροκόπημα σταμάτησε μετά από ένα ξέφρενο αποκορύφωμα στις 07:30 της 1ης Ιουλίου. Κατά κύματα οι Βρετανοί στρατιώτες έβγαιναν από τα χαρακώματά τους και βάδιζαν μπροστά, πηγαίνοντας προς το θάνα­τό τους. Οι γερμανικές φωλιές πυρο­βόλων είχαν επιζήσει και ο Βρετανι­κός Στρατός υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες σε μία ημέρα, στην ιστορία του, περίπου 57.000 νεκρούς. Η πρώ­τη πραγματική επιτυχία στο Σομ επι­τεύχθηκε στις 14 Ιουλίου, όταν στις 03:30 ο στρατηγός Sir Henry Rawlin­son εξαπέλυσε μια ιδιοφυή επίθεση με επτά μεραρχίες της Πέμπτης Στρα­τιάς του.

Εφ’ όπλου λόγχη! Ενώ η ξιφολόγχη ήταν ελάχιστα χρήσιμη στο πεδίο της μάχης, οι Βρετανοί στρατιώτες θα την τοποθετούσαν στα τουφέκια τους πριν περάσουν από την ουδέτερη ζώνη για να επιτεθούν στα γερμανικά χαρακώματα.

Οι Γερμανοί πιάστηκαν στον ύπνο και το μέτωπό τους διασπάστηκε για μερικές βασανιστικές ώρες. Ση­μειώθηκε επίσης και μια μικρή δράση ιππικού το απόγευμα. Οι Βρετανοί έφτασαν με έντονη προσπάθεια κο­ντά στην κατάληψη του High Wood, νοτιοδυτικά του Γκόντεκορτ, αλλά οι γερμανικές εφεδρείες έκλεισαν το κε­νό. Η επίθεση του Σομ μετατράπηκε σε μια ανελέητη μάχη φθοράς, Η Νοτιοαφρικανική Ταξιαρχία κατέλαβε το Delville Wood, νοτιοανατολικά του High Wood, στις 15 Ιουλίου, με απώλειες 75% για τις επόμενες τρεις ημέρες καθώς όλο το βάρος του Γερ­μανικού Πυροβολικού σφυροκοπούσε τις θέσεις της. Οι Gough και Bird­wood εξαπέλυσαν επίθεση στην κορυφογραμμή Pozieres νοτιοανατολικά του Τιέπβαλ στις 23-27 Ιουλίου.

Οι ANZAC (Αυστραλο-Νεοζηλανδοί) κατέλαβαν το δικό τους τμή­μα της κορυφογραμμής, αλλά υπέστη­σαν 23.000 απώλειες. Στις 28 Ιουλίου οι τελευταίοι επιζήσαντες των Γερμα­νών Γρεναδιέρων του Βρανδεμβούργου εξωθήθηκαν. Η μάχη μαινόταν σε όλη τη διάρκεια του Αυγούστου και στις 3 Σεπτεμβρίου οι ANZAC κατέ­λαβαν το αγρόκτημα Mouquet μεταξύ του Τιέπβαλ και του Ποτσιέρες, που πρόσφερε θέα πάνω από τις γερμανι­κές γραμμές.

 

Παρά την αποτυχία της πρώτης επίθεσης, μια δεύτερη μεγάλη επίθεση εξαπολύθηκε στις 14 Ιουλίου. Πέντε μεραρχίες ιππικού συγκεντρώθηκαν πίσω από την πρώτη γραμμή, έτοιμες να κυνηγήσουν το λαβωμένο εχθρό.

Το Πρώτο Γαλλικό Σώμα Στρατού προέλασε 3,2 χλμ. (2 μίλια) την 3η Σε­πτεμβρίου και την επόμενη ημέρα το σύνολο της 10ης Γαλλικής Στρατιάς ε­πιτέθηκε σε ένα μέτωπο μήκους 16 χλμ. (10 μιλίων) μεταξύ του Barleux και του Chilly, καταλαμβάνοντας το τελευταίο μαζί με 5.000 αιχμαλώτους. Μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη σχεδόν όλο το μπροστινό τμήμα στην κορυφή της κύριας κορυφογραμμής μεταξύ του δάσους Delville και του Mouquet ήταν σε βρετανικά χέρια. To Bapaume, βό­ρεια του Φλερ, έμοιαζε με πρόκληση.

Ένας τριήμερος βομβαρδισμός προηγήθηκε μιας ακόμη μεγάλης βρε­τανικής επίθεσης στις 15 Σεπτεμβρίου, η οποία για πρώτη φορά περιλάμβανε άρματα μάχης. Το Φλερ έπεσε νωρίς το πρωί στα στρατεύματα ANZAC, που υποστηρίζονταν από τεθωρακι­σμένα. Στο δάσος High πάλι, σημειω­νόταν η ισχυρότερη αντίσταση. Η 47η Μεραρχία ANZAC απωθήθηκε το πρωί, αλλά το απόγευμα εξαπέλυσε μια δεύτερη επίθεση πετώντας έξω τους Βαυαρούς αμυνόμενους. Η επί­θεση της 1ης Σεπτεμβρίου έκανε μεγά­λη αντίθεση σε σχέση με την κατα­στροφή της 1ης Ιουλίου. Είχαν κατα­ληφθεί τρία καλά οχυρωμένα χωριά, μαζί με 4.000 αιχμαλώτους και είχε γί­νει προέλαση 1,6 χλμ. (1 μιλίου) σε μήκος μετώπου 9,5 χλμ. (6 μιλίων).

Αέρια! Γρήγορα, παιδιά!

Τα χημικά όπλα ήταν ένα χαρακτηριστικό της πικρής μάχης στο Δυτικό Μέτωπο, ενώ οι συνθήκες στα χαρακώματα ήταν σκληρές και

βρόμικες. Τα ίδια τα χαρακώματα μετατρέπονταν σε βάλτο με την πρώτη σταγόνα βροχής.

Η πτώση του Τιέπβαλ

Το έξοχο καλοκαίρι το διαδέχτηκε ένα υγρό φθινόπωρο. Το Τιέπβαλ έπε­σε στις 27 Σεπτεμβρίου, όμως οι επι­χειρήσεις του Οκτωβρίου μαστίζο­νταν από αδιάκοπη βροχή. Η λάσπη, το σήμα κατατεθέν της επίθεσης του Σομ, ήταν ύπουλη και αυτό δικαιολο­γεί τους Γερμανούς που σκέφτηκαν ότι η μάχη είχε επιτέλους τελειώσει. Ωστόσο, ο πιο ξερός και πιο κρύος καιρός στις αρχές Νοεμβρίου ήταν το σήμα για την τελική φάση εναντίον της προεξοχής γύρω από το Μπομόντ Χάμελ.

Στις 15 Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα η πρώτη επιχείρηση άρματος στο Σομ. Περίπου 32 μηχανήματα όπως αυτό το Mark 1 Female, οπλισμένα με πολυβόλο MG, χρησιμοποιήθηκαν για μια ανανεωμένη βρετανική επίθεση στο Φλερ-Κορσελέ.


Η βρετανική επίθεση στο βό­ρειο τομέα του Γκόντεκορτ- Τιέπβαλ την 1η Ιουλίου ήταν μια καταστροφι­κή αποτυχία και το μέτωπο δε μετακι­νήθηκε ποτέ στην πράξη. Συνεπώς, η επίθεση μπορούσε να εκδηλωθεί μάλ­λον από το αρχικό βρετανικό μέτωπο παρά πάνω από έδαφος που είχε δια­λυθεί από μήνες καταιγιστικών βομβαρδισμών. Επτά μεραρχίες του 5ου Σώματος Στρατού επιτέθηκαν στις 13 Νοεμβρίου, με τη βοήθεια πυ­κνής ομίχλης.Η 51η Σκοτσέζικη Μεραρχία επι­τέθηκε με σφοδρότητα στον υπόγειο λαβύρινθο του Μπομόντ Χάμελ.

 

Η μάχη τερματίσθηκε στις 21 Νοεμβρί­ου. Είχε διαρκέσει λίγο περισσότερο από τέσσερις μήνες και στοίχισε τις ζωές περίπου 420.000 Βρετανών για μια προέλαση 13 χλμ. (8 μιλίων).

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com