Τεράστια η ζήτηση για κάστανα παγκοσμίως, τι κάνει η Ελλάδα;

Τεραστία η ζήτηση παγκοσμίως και «δυναμικός» ο ρόλος της χώρας μας…!
0
55

Η παραγωγή του κάστανου

Η παγκόσμια παραγωγή κάστανου έχει αγγίξει τα 2,3 εκατομμύρια μετρικούς τόνους (ΜΤ) το 2017…, με αυξητικές τάσεις. Το 2000 ήταν στους 0,94 εκατομμύρια τόνους γεγονός που πιστοποιεί μια παγκόσμια αύξηση κατά 2,5 φορές μέσα σε λιγότερο από 2 δεκαετίες… Στην ΕΕ, η παραγωγή σήμερα βρίσκεται στους 135-140 χιλ. περίπου τόνους, όταν το 2000 μόλις ξεπερνούσαν τους 100 χιλ. τόνους. Σε όλη την Ευρώπη μαζί με τις εκτός ΕΕ χώρες, η σημερινή παραγωγή εκτιμάται στους 145 με 150 χιλ. περίπου τόνους (ΜΤ).

Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί κάστανου παγκοσμίως και σημαντικοί εξαγωγείς, είναι η Κίνα με 1,88 εκατομμύρια ΜΤ, ακολουθούν οι Βολιβία με 85.000 ΜΤ, η Τουρκία με περίπου 70.000 ΜΤ, η Ν. Κορέα με 60.000 ΜΤ, η Ιταλία με 52.000 ΜΤ και μετά έρχονται η Ιαπωνία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Γαλλία και άλλες κυρίως Βαλκανικές χώρες και πέριξ του Εύξεινου Πόντου. Τα μηνύματα από την Αλβανία είναι ότι η χώρα παράγει ήδη 6-7.000 ΜΤ κάστανου, με έντονες αυξητικές τάσεις έκτασης και παραγωγής.

Σημαντικός παράγων που επηρεάζει την καστανοπαραγωγή στις παραμεσόγειες χώρες είναι οι θερμοκρασιακές μεταβολές, οι οποίες όμως από ότι φαίνεται στις χρονιές 2017-2019 δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο.. Είναι γνωστή όμως η καταστροφή της Ιταλικής παραγωγής, ζημιά που υπέστη από τη σφήκα της καστανιάς, η οποία χτύπησε τα δέντρα τους και περιόρισε την παραγωγή σε ποσοστό 70%. Το γεγονός αυτό έστρεψε το ενδιαφέρον των Ιταλών σε εισαγωγές και στο Ελληνικό ποιοτικό κάστανο π.χ. της Αγιάς…

Αξίζει να αναφέρομε ότι οι ΗΠΑ οι οποίες μέχρι τις αρχές και του περασμένου αιώνα παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες κάστανου, δεν εμφανίζονται ούτε μεταξύ των 30 παραγωγικών χωρών του κόσμου. Τα τελευταία 100 και πλέον χρόνια έχουν χάσει όλες τους σχεδόν τις καστανιές (4 περίπου δισεκατομμύρια δένδρα) από την πολιτεία του Maine μέχρι τον Mississippi και την Florida… Αιτία υπήρξε το έλκος της καστανιάς (ή Chestnut blight), προσβολή από τον καταστροφικό μήκυτα Cryphonectria parasitica ο οποίος έχει προσβάλλει κατά τόπους και τους ελληνικούς καστανεώνες και διαγνώσθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Πήλιο από τον Δ. Μπίρη το 1963 (υπάρχει & εκτεταμένη σύγχρονη βιβλιογραφία από διακεκριμένους Έλληνες δασολόγους οι οποίοι με μεθόδους βιολογικής καταπολέμησης, φαίνεται να ελέγχουν την προσβολή σε πολλά μέρη της χώρας και να βοήθησαν σημαντικά στο να επανακάμψει η εγχώρια καλλιέργεια…)..

Σήμερα στη χώρα μας έχουμε πολλά καστανοχώρια, άλλα παραγωγικά και άλλα όχι, όπου όμως με την σχετική προσπάθεια και σχεδιασμό, θα μπορούσε να επανέλθει η καστανοκαλλιέργεια…

Η Ελληνική παραγωγή παρουσιάζει βαθμιαία αύξηση και αγγίζει τους 20.000 Μετρικούς Τόνους/ετησίως μια αύξηση της τάξεως του 67% από το 2012 (παραγωγή 12.000 ΜΤ το 2012). Κάποιες πηγές και διάφορες εκτιμήσεις ανεβάζουν την ελληνική παραγωγή στους 25-32.000 ΜΤ συνυπολογίζοντας την συνολική συγκομιδή (αυτοφυούς και μη) η οποία δεν ταυτίζεται πάντα με την εμπορεύσιμη ποσότητα. Μεγάλες ποσότητες συγκομίζονται και καταναλώνονται στην ελληνική ύπαιθρο (on farm), η διακινούνται χωρίς επίσημες καταγραφές.

Οι παραγωγοί κάστανου στη χώρα μας εκτιμώνται στους 10 χιλιάδες περίπου, όχι όμως ως αποκλειστικοί παραγωγοί κάστανου, αλλά ως απασχολούμενοι και σε παράλληλες δραστηριότητες. Η παραγωγή του κάστανου στη χώρα μας δεν έχει χαρακτηριστεί ως «συστηματική» με την έννοια της συστηματικής δενδροκομίας (λίγοι οι συστηματικοί καστανεώνες….), αλλά σαφώς, η δυναμική της καλλιέργειας χαρακτηρίζεται ως «υψηλή» με τις κατάλληλες προϋποθέσεις εφαρμογής μιας «εθνικής αγροτικής και δασοπονικής πολιτικής» αλλά και ουσιαστικής τεχνικής βοήθειας προς την καλλιέργεια στους τόπους παραγωγής, αλλά και στους τόπους επανόδου της καλλιέργειας με προοπτικές επέκτασης.

Γιατί καταπιάνομαι με το κάστανο;

Καταπιάνομαι γιατί η χώρα μας είναι καστανότοπος, θα έλεγα ένας εγκαταλελειμμένος καστανότοπος, ευστοχότερα θα έλεγα: «περιφρονημένος καστανότοπος…»

Π.χ. η περιοχή των Αγράφων από όπου και η καταγωγή μου αποτελεί σημαντικό καστανότοπο της χώρας, αλλά με μηδενικό ενδιαφέρον για αξιοποίηση… (προτιμώνται οι επενδύσεις “περιορισμένου προσδόκιμου ζωής” των Αιολικών Πάρκων…).

Η γεωμορφολογικά της Ελλάδος και οι βιοκλιματικές συνθήκες στα περισσότερα ημιορεινά και ορεινά τοπία της, προσφέρονται για την διατήρηση των καστανεώνων αλλά και για την επέκτασή τους… Οι εκτάσεις γης στις περιοχές αυτές, οι οποίες κάποτε καλλιεργούνταν με ποικιλίες καλλιεργειών προς συντήρηση του τότε πληθυσμού ή βοσκούνταν, είναι πολλές, ενώ σήμερα με την συρρίκνωση του ορεινού πληθυσμού της χώρας, οι περισσότερες είναι εγκαταλειμμένες και οι οποίες μετά από χρόνια αδράνειας αφανίζονται, λόγω της επέκτασης της φυσικής βλάστησης η οποία τις μετατρέπει σε δασικές….

Η καστανιά ως δασοπονικό είδος θα μπορούσε να συμμετέχει σε αναδασωτικά προγράμματα των εκτάσεων αυτών, αντί αυτές να αφήνονται να «εποικίζονται» από άγρια μη παραγωγική βλάστηση…! Προφανώς οι πολιτικές γης και οι αγροδασικές πολιτικές οι οποίες μάλλον θα χαρακτηριστούν ανύπαρκτες…, θα έπρεπε να προβλέψουν και για τον τρόπο δημιουργίας των φυτειών αυτών, να συμβουλεύουν τους παραγωγούς για το καταλληλότερο φυτικό γενετικό υλικό και να εντάσσουν την καστανιά σε ένα πρόγραμμα συστηματικής δημιουργίας καστανεώνων με βελτιωμένες ποικιλίες και σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές, όλα αυτά συνοδευμένα από κίνητρα και τεχνική βοήθεια στο χωράφι, αλλά και με κατά τόπους υποδομές επεξεργασίας του προϊόντος (διαλογητήρια, αποφλοιωτήρια, ψυγεία, συσκευαστήρια, κλπ). Στα πλαίσια των ομάδων Παραγωγών, απαιτείται να εφαρμόζονται προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης, με φιλικές προς το περιβάλλον καλλιεργητικές πρακτικές και διερεύνηση ευκαιριών για μικρής κλίμακας κατά τόπους επενδύσεις στον τομέα των υποδομών μιας «σύγχρονης» διαχείρισης του προϊόντος.

Στα παλιά τα χρόνια τα ορεινά κτήματα του τόπου μας, γένναγαν τον λεγόμενο «πλούτο αυτοσυντήρησης» με σιτάρι, γλυκό καλαμποκάκι, κριθάρι, μποστανικά, φασόλια και άλλα όσπρια, καπνό, διάφορα οπωρολαχανικά και πολλούς ξηρούς καρπούς όπως καρύδια, κάστανα, αμύγδαλα, φουντούκια, πολλά αχλάδια, μήλα, κυδώνια, κορόμηλα, κεράσια, σταφύλια, αγριοφράουλες, κράνα, μούρα, άγρια χόρτα & βότανα, χορτοδοτικά και πρασινάδες για τα ζώα, κ. ά. Σήμερα οι καλλιέργειες αυτές εξέλειπαν σχεδόν στο σύνολό τους στις περιοχές αυτές, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί διαθέσιμος «χώρος» για επιστροφή και επέκταση της ορεινής “εδώδιμης” δενδροκομίας με καστανιές, καρυδιές, φουντουκιές, κλπ, γεγονός που αντιστοιχεί σε παραγωγές υψηλής ζήτησης και ενίσχυση των εισοδημάτων των παραγωγών, με παράλληλη ανάπτυξη ενός κλάδου που ελάχιστα έως καθόλου έχει μελετηθεί από την πολιτεία, με προεκτάσεις διάθεσης προϊόντων υψηλής θρεπτικής αξίας (super foods) υψηλής προστιθέμενης αξίας και με προοπτικές ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητας.

Βέβαια το σύγχρονο πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας εμφανίζεται να είναι (…και πολύ έντονα τα τελευταία χρόνια…) η διαθεσιμότητα νέων αγροτών στις περιοχές αυτές και ακόμα πιο δύσκολα, η διαθεσιμότητα εργατικών χεριών… Πρόκειται για ζητήματα που εμπίπτουν στον χώρο της αγροτικής και αναπτυξιακής πολιτικής, όχι μόνο ενός εθνικού σχεδιασμού και μέριμνας για τις λιγότερο ευνοούμενες περιοχές, αλλά και στα πλαίσια της νέας (και όλων των καινούργιων) ΚΑΠ η οποία δυστυχώς αυτόεπαναλαμβάνεται με μειωμένους όμως προϋπολογισμούς και έναν «γενικό» & προβληματικό σχεδιασμό σε Ευρωπαϊκή κλίμακα, αγνοώντας συχνά τους δυναμικούς «γεωγραφικούς» πυρήνες εντός της ΕΕ που θα μπορούσαν να συντελέσουν και εθνικά για τα κατά τόπους Κράτη Μέλη, αλλά και σε επίπεδο βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου της ΕΕ.

Η ΕΕ στις μέρες μας εισάγει εκατομμύρια τόνους αγροτικών προϊόντων αμφίβολης ποιότητας, γεγονός που θα μπορούσε να απαλύνει μέσα από κατευθύνσεις και ενισχύσεις της αυτάρκειας για κάθε κράτος μέλος και τελικά για τον εαυτό της.

Το εμπόριου του κάστανου και οι προστιθέμενες αξίες του

Εκτός από το Ιταλικό ενδιαφέρον για το κάστανο, αναφέρεται ενδιαφέρον και από Αμερικανούς και Βορειοευρωπαίους (Γερμανούς, Σκανδιναβούς, κλπ) με το μειονέκτημα ότι δεν είμαστε ακόμα τόσο καλά οργανωμένοι να ανταποκριθούμε στις υψηλές απαιτήσεις των αγοραστών αυτών, από την άποψη της ποιοτικής διαλογής, τυποποίησης κλπ. Γίνονται πάντως κάποιες πωλήσεις στις απαιτητικές αυτές αγορές, αλλά οι υποδομές μας δεν είναι ακόμη από τις πιο σύγχρονες ούτε και οι ποσότητες “σταθεροποιημένες” που θα ικανοποιούν τις παραγγελίες, αν και ποιοτικά το ελληνικό προϊόν είναι από τα προτιμώμενα.

Αντίθετα η Τουρκία έχει οργανώσει το εξαγωγικό της εμπόριο σε γερές βάσεις, παράλληλα και ικανοποιητικά με το φουντούκι και την σταφίδα της, τα οποία αποτελούν βασικά προϊόντα εξαγωγής προς την ΕΕ. Η Τουρκία κυριαρχεί στις εξαγωγές ξηρών καρπών, αποξηραμένων φρούτων και σταφίδας σουλτανίνας.

Στις διεθνείς αγορές οι τιμές ανά τόνο κάστανου (νωπό μη αποφλοιωμένο προϊόν) κυμαίνονται από 1300 δολάρια ΗΠΑ/ΜΤ μέχρι τα 3600 δολάρια ΗΠΑ/ΜΤ αναλόγως την ποιότητα, τα μεγέθη και την ποσότητα παραγγελίας.

Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς παγκοσμίως είναι η Πορτογαλία (με κάστανα αξίας 300 εκατομ. δολάρια ΗΠΑ περίπου), η Κίνα και η Τουρκία και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας είναι η Ιταλία (αγοράζει κάστανα αξίας 4.0 περίπου εκ. δολαρίων ΗΠΑ). Οι ελληνικές εξαγωγές εκτιμώνται στα 18,33 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ περίπου, με το 5,2 % να απορροφάται από την Ιταλία. Οι υπόλοιποι προορισμοί του ελληνικού κάστανου είναι χώρες της ΕΕ με κάποιες ποσότητες να έχουν ανοίξει τις αγορές του Καναδά και των ΗΠΑ. Οι μέσες τιμές εξαγωγής ελληνικού κάστανου πρώτης ποιότητος, ανά ΜΤ (CIF basis) στην περίοδο ΜΥ 2018/2019 κυμαίνονταν μεταξύ 3450-3500 δολάρια ΗΠΑ/ΜΤ.

Το κάστανο χρησιμοποιείται για την παρασκευή μεγάλου φάσματος τροφίμων και γλυκισμάτων, αλλά και πρόσθετων διατροφής, γεγονός που πιστοποιεί και τα μεγάλα περιθώρια που προσφέρει για προϊόντα προστιθέμενης αξίας.

Στην συνέχεια παραθέτω μια ενδεικτική σειρά (σε φωτο-άλμπουμ) από προϊόντα κάστανου που ήδη παρασκευάζονται και κυκλοφορούν στις διεθνείς αγορές, πέραν τις κοινώς γνωστές σε εμάς χρήσεις (ψημένα, βραστά, κλπ)..

Τα κάστανα σήμερα διατηρούνται και κονσερβοποιούνται, διατηρούνται σε σιρόπι, παρασκευάζονται τα δημοφιλή marrons chestnuts, κυκλοφορούν ως frozen marons, τα marrons glace’ (candied chestnuts), τα chestnut cakes, το chestnut puree’, τα chestnut liqueurs, η σκόνη (ή αλεύρι) κάστανου και πολλά ακόμη…



Προφανώς πέραν του καρπού, το δένδρο της καστανιάς προσφέρει και το υψηλής αντοχής και ποιότητας ξύλο για όλων των ειδών τις κατασκευές (έπιπλα, διακοσμητικά στοιχεία, εξωτερικές κατασκευές, deck, περιφράξεις, κλπ).

Άρθρο του Σταμάτη Σεκλιζιώτη

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com