Το θηρίο που ήρθε από το πουθενά

0
102

Ο Φρανσουά Αντουάν ήταν ένας δεινός σκοπευτής που είχε περάσει τη μισή του ζωή σκοτώνοντας ασβούς, αλε­πούδες και λύκους. Ποτέ του όμως δεν είχε ξαναδεί έναν τόσο πελώριο λύκο σαν εκείνον που σκότωσε την τρίτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη του 1765. Είχε μήκος πάνω από δύο μέτρα και βάρος 60 ολόκληρα κιλά. Τα σημάδια πά­νω στο σώμα του ήταν, όπως έλεγαν, αποτέλεσμα των αναρίθμητων επιθέσεών του σε βοσκούς και γεωργούς.

Οι κάτοικοι της περιφέρειας Ζεβοντάν στη νότια Γαλ­λία αισθάνθηκαν βαθιά ανακούφιση όταν έμαθαν ότι ο Αντουάν σκότωσε τον λύκο. Ήλπιζαν ότι το γεγονός θα έβαζε τέλος στην τρομερή δοκιμασία που είχε ζήσει η πε­ριοχή τους από τις αρχές του προηγούμενου καλοκαιριού.

Οι επιθέσεις είχαν αρχίσει μια ηλιόλουστη μέρα του Ιούνη του 1764, όταν μια νεαρή βοσκοπούλα επέστρεψε στο αγρόκτημά της σε κακό χάλι. Τα ρούχα και τα εσώ­ρουχά της ήταν σκισμένα και η ίδια τόσο τρομοκρατημέ­νη, ώστε σχεδόν της είχε κοπεί η λαλιά.


Όταν τη ρώτησαν τι είχε συμβεί, το μόνο που θυμόταν ήταν ότι της είχε επιτεθεί ένα πλάσμα τρομακτικό, κάτι που έμοιαζε με άγριο θηρίο. Κατάφερε να του ξεφύγει μόνο όταν το απώθησαν τα βόδια του κοπαδιού της.

Οι χωρικοί δεν πίστεψαν την ιστορία του φαντασιό­πληκτου, όπως είπαν, κοριτσιού. Πιθανότατα, σκέφτηκαν, είχε δεχτεί επίθεση από λυσσασμένο λύκο.

Εκείνη όμως επέμεινε στα λεγόμενά της, και δεν άρ­γησε να αποδειχτεί ότι έλεγε την αλήθεια. Δύο περίπου εβδομάδες αργότερα, στις 30 Ιουνίου, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι ονόματι Ζαν Μπουλέ βρέθηκε νεκρό, κατακρεουργημένο. Τα τραύματά της έδειξαν ότι της είχε επι­τεθεί εντελώς απροειδοποίητα κάποιο άγριο θηρίο.

Ένα δεκαπενθήμερο μετά τον θάνατο της Ζαν Μπου­λέ βρέθηκε νεκρό κι άλλο κορίτσι. Την επίθεση αυτή ακο­λούθησαν πολλές ακόμη, όλες θανάσιμες.

 

Στις 6 Οκτωβρίου ένας νέος από το χωριό Πουζέ ήταν ο πρώτος που κατάφερε να απωθήσει το θηρίο με τα ίδια του τα χέρια. Γύρισε στο σπίτι σε κακή κατάσταση. Το κεφάλι του ήταν ανοιγμένο και είχε υποστει τρομερά τραύματα στο στήθος. Όταν τον ρώτησαν τι συνέβη, το μόνο που θυμόταν ήταν πως κάτι του είχε στήσει ενέδρα ενώ διέσχιζε έναν οπωρώνα.

Η είδηση για τις επιθέσεις δεν άργησε να φτάσει στ’ αυτιά του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ’, ο οποίος έστειλε δύο επαγγελματίες κυνηγούς στη Ζεβοντάν με τη διαταγή να εντοπίσουν και να εξοντώσουν το κτήνος.

Οι κυνηγοί έφτασαν στην περιοχή μαζί με οκτώ ειδι­κά εκπαιδευμένα λαγωνικά. Πέρασαν τους επόμενους τέσσερις μήνες σκοτώνοντας λύκους, αλλά ούτε μια φο­ρά δεν κατάφεραν να δουν το περιβόητο θηρίο. Παραδέχτηκαν την ήττα τους και παραιτήθηκαν από την προσπά­θεια, κι έτσι, ως έσχατη λύση, τη θέση τους πήρε ο Φρανσουά Αντουάν, ο βασιλικός κυνηγός.

 

Μετά από προσπάθειες μηνών, στις 21 Σεπτεμβρίου 1765 ο Αντουάν εντόπισε και σκότωσε έναν τεράστιο λύκο μή­κους δύο μέτρων και βάρους 60 κιλών. Στο μήνυμά του προς τον βασιλιά ανέφερε πως ποτέ του δεν είχε ξαναδεί «τόσο μεγάλο λύκο. Θεωρούμε λοιπόν πως πρέπει να πρό­κειται για το τέρας που έχει ρημάξει την περιοχή».

Ο Αντουάν πανηγύρισε την επιτυχία του, και οι κάτοι­κοι, γεμάτοι ευγνωμοσύνη και ανακούφιση, προσπάθη­σαν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, καθώς φαινόταν πως οι συμφορές τους είχαν επιτέλους λάβει τέλος. Τους επόμε­νους δύο μήνες δε σημειώθηκε καμία επίθεση. Όμως στις αρχές Δεκεμβρίου του 1765 το υποτιθέμενα νεκρό κτήνος επανεμφανίστηκε από το δάσος και κατασπάραξε δύο μικρά παιδιά. Ακολούθησαν δεκάδες φονικές επιθέσεις σε γεωργούς και βοσκούς που δούλευαν στα χωράφια.

Τον Ιούνιο του 1767, στο πλαίσιο ενός μεγάλου προσκυ­νήματος στη Νοτρ Νταμ ντε Τουρ, ένας από τους τοπικούς ευγενείς της Ζεβοντάν οργάνωσε εκτεταμένη εκστρατεία με εκατοντάδες ανθρώπους για τον εντοπισμό του τέρα­τος. Ανάμεσα στους κυνηγούς ήταν και ο εξηντάχρονος Ζαν Σαστέλ, που είχε τη φήμη δεινού σκοπευτή.

Ο Σαστέλ σταμάτησε στο πέρασμα Σον ντ’Οβέρ, κο­ντά στο χωριό Σογκ, για να προσευχηθεί, όταν αντιλήφθηκε ένα πελώριο ζώο να πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος του. Με απίστευτη ψυχραιμία έβαλε το τουφέκι στον ώμο και πυροβόλησε, πετυχαίνοντας με την πρώτη τον στόχο του. Το κτήνος έδειξε να χάνει προς στιγμήν την ισορροπία του, και μέσα σε δευτερόλεπτα χίμηξαν επάνω του τα κυνηγόσκυλα του Σαστέλ, τα οποία βάλθηκαν να ξεσχίζουν το πληγωμένο ζώο με τα δόντια τους.


Αξιωματούχοι της περιοχής συγκεντρώθηκαν στο ση­μείο για να επιθεωρήσουν το κουφάρι του ζώου. Αμέσως κατάλαβαν πως δεν επρόκειτο για λύκο. Αν και έμοιαζε με λύκο, ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερο και τα χαρακτηριστι­κά του δε θύμιζαν χαρακτηριστικά γνωστού ζώου. Όταν άνοιξαν το στομάχι του, βρήκαν μέσα ανθρώπινα υπολείμ­ματα. Επειδή κανείς δεν ήξερε τι είδους ζώο ήταν, ανακοί­νωσαν ότι επρόκειτο για ένα τέρας άγνωστης προέλευσης.

0 Σαστέλ ήθελε να μεταφερθεί το ζώο στις Βερσαλ­λίες για να το εξετάσουν οι βασιλικοί εμπειρογνώμονες. Το κουφάρι όμως άρχισε να αποσυντίθεται λόγω της αποπνικτικής καλοκαιρινής ζέστης, κι έτσι αναγκάστηκαν να το θάψουν. Η ταυτότητά του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επισήμως.

Πάμπολλες είναι οι ερμηνείες που έχουν διατυπωθεί μέχρι και σήμερα για τη φύση του παράξενου αυτού ζώου. Κάποιοι λένε πως δεν ήταν παρά ένας υπερμεγέθης λύ­κος. Άλλοι προτείνουν το πιο ευφάνταστο σενάριο ότι οι επιθέσεις του παραπέμπουν σε κάποιο είδος οπληφόρου ή προϊστορικού σαρκοβόρου σκύλου που μπορεί να επι­βιώνει σε απρόσιτα σημεία της υδρογείου.

Ένα είναι βέβαιο: Η σφαίρα του Ζαν Σαστέλ έβαλε ορι­στικά τέλος στις επιθέσεις του κτήνους. Ύστερα από τρία ολόκληρα χρόνια τρόμου και πανικού, οι χωρικοί της Ζεβοντάν απαλλάχθηκαν από τον πιο τρομακτικό κατά συρ­ροή δολοφόνο που είχε γεννήσει η φύση.

WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com