McDonnell Douglas F-4 Phantom II Μαχητικό πολλαπλών ρόλων

0
71

To McDonnell Phantom II κα­τασκευάστηκε με ιδιωτική πρω­τοβουλία στα μέσα της δεκαε­τίας του 1950. Παραγγέλθηκε ως τακτικό βομβαρδιστικό με την ονομασία ΑΗ-1 και αργότε­ρα εξελίχθηκε σε αναχαιτιστικό παντός καιρού με την ονομασία F4H. Αυτό διέθετε μόνο ένα κεντρικό σημείο στήριξης για εξωτερική δεξαμενή καυσίμων. Δεν είχε οπλισμό πυροβόλων, αλλά μόνο τέσσερις αντιαερο­πορικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς Sparrow III κάτω από την άτρακτο και ισχυρότατο ραντάρ Westinghouse AN/APQ- 50 Mod. Το τελευταίο το χειρι­ζόταν ο δεύτερος πιλότος στο πίσω κάθισμα. Το πρώτο από τα 23 δοκιμαστικά αεροσκάφη πέταξε στις 27 Μαΐου του 1958.

Το αεροπλάνο ήταν μεγάλο, αλλά διέθετε εξαιρετικούς κι­νητήρες J-79 με μεταβλητής γεωμετρίας εισαγωγές και κα­τάλληλα τοποθετημένα στόμια που ρύθμιζαν τις δευτερεύουσες ροές. Έτσι, απέδιδε σε όλον το φάκελο πτήσης καλύ­τερα από οποιοδήποτε άλλο αεροπλάνο έως τότε.


Τα πρώιμα F4H-1 (F-4A) κατέρριψαν σχεδόν όλα τα ρε­κόρ ταχύτητας σε πτήσεις σε χαμηλό και σε μεγάλο ύψος και σε ταχύτητα ανόδου. Πολ­λά τέτοια αεροπλάνα (κυρίως μεταγενέστερων παραλλα­γών) αγοράστηκαν από αρκετά κράτη για να επιχειρούν από αεροδρόμια ως μαχητικά.

Τα Phantom FG.Mk 1 της 892ης Μοίρας του Βασιλικού Ναυτικού επιχειρούσαν από το Η MS Ark Royal. Ως κύριο ρόλο είχαν την από αέρος κάλυψη των πλοίων, ενώ δευτερευόντως αναλάμβαναν αποστολές εγγύς υποστήριξης ή βομβαρδισμού.

Μοντέλα παραγωγής

Το αρχικό μοντέλο αεροπλανο­φόρων ήταν το F-4B, από το οποίο κατασκευάστηκαν 649, μεταξύ των οποίων και 12 F-4G με τροποποιημένα συστήματα πλοήγησης και πτήσης και βελ­τιωμένο σύστημα επικοινω­νιών. Το αεροπλάνο διέθετε εξογκωμένο ρύγχος όπου υ­πήρχε εγκατάσταση της κεραίας/δίσκου του ραντάρ AN/APQ-72 (με διάμετρο 81 εκ.) και ανυψωμένο πίσω κάθισμα. Εντάχθηκε σε υπηρεσία τον Αύγουστο του 1962 και έγινε το βασικό μαχητικό παντός και­ρού του Αμερικανικού Ναυτικού και των Πεζοναυτών, οι οποίοι προμηθεύτηκαν και 46 μη οπλι­σμένα αναγνωριστικά F4H-1P(RF-4B) με πολλαπλούς αισθητήρες.

Η εμπειρία από τη χρησιμοποίησή του οδήγησε το 1965 στο F-4J. Αυτό διέθετε σύστημα ελέγχου πυράς AWG- 10, μία επιπλέον δεξαμενή, κάθετο σταθερό με εντομές, φθίνοντα πτερύγια άνωσης, μεγαλύτερους τροχούς και φρένα, όπως και δυνατότητα για ηλεκτρονικά αντίμετρα. Ο τύπος αυτός αντικατέστησε τα F-4B του Ναυτικού και των Πεζοναυτών. Κατασκευάστηκαν 522 τέτοια αεροπλάνα και πολλά συνέχισαν να υπηρετούν έως το 1992 αναβαθμισμένα με πτέρυγες με εντομές ως F-4S.
Το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό αγόρασε 24 F-4K που έμοιαζαν με τα F-4J. Είχαν, όμως, βρετανικούς κινητήρες Rolls-Royce Spey, ραντάρ AN/AWG-11 στο ρύγχος και διπλά εκτεινόμενο εμπρόσθιο τροχό για αλλαγή γωνίας προσβολής κατά την απονήωση. Η RAF αγόρασε 28 και τα ονόμασε Phantom FG.Mk 1 κρατώντας τα σε υπηρεσία έως το 1989. Παράλληλα, προμηθεύτηκε και εκδόσεις του αεροπλάνου σχεδιασμένες για επιχειρήσεις από αεροδρόμια, όπως άλλωστε και πολλές άλλες αεροπορίες. Από το 1965 έως το 1975, το F-4 ήταν το καλύτερο μαχητικό πολλαπλού ρόλου παγκοσμίως. Έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις στο Βιετνάμ και στη Μέση Ανατολή και θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα αεροσκάφη όλων των εποχών.

Ένα F-4B της Μοίρας VF-21 (Freelancer) του αεροπλανοφόρου USS Midway κατά τη ρίψη βόμβας. Τα πρώτα αεροπλάνα του τύπου που χρησιμοποιήθηκαν στο Βιετνάμ ήταν τα Phantom Β του Αμερικανικού Ναυτικού.

Τα  Ελληνικά Phantom F-4

Περιγραφή

Είναι διθέσιο, δικινητήριο μαχητικό πολλαπλού ρόλου.

Είναι Αμερικάνικης κατασκευής και τα πρώτα F-4 βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής το 1963.

Τα πρώτα Ελληνικά Phantom αποκτήθηκαν το 1974 με το αμυντικό πρόγραμμα Peace Icarus.

Παρά το γεγονός ότι είναι αεροσκάφος δεύτερης γενιάς, 36 Ελληνικά Phantom έχουν εκσυγχρονιστεί με σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα (πρόγραμμα Peace Icarus 2000) με αποτέλεσμα να έχει παραταθεί το όριο της επιχειρησιακής τους ζωής.

Τα F-4E Phantom επιχειρούν από την 117 Πτέρυγα Μάχης/Αεροπορική Βάση Ανδραβίδας και εξοπλίζουν τις 338 Μ και 339 Μ.

Σχηματισμοί F-4 στην ΠΑ

Ονομασία ΜοίραςΒάσηΑποστολή
338 ΆρηςΑνδραβίδαΔιώξη/Βομβαρδισμός
339 ΑίαςΑνδραβίδαΑναχαίτηση
348 ΜάτιαΛάρισαΑεροφωτογράφιση (αναστολή λειτουργείας την 5 Μαΐου 2017)

Τεχνικά χαρακτηριστικά/Επιδόσεις

  • Πλήρωμα: 2
  • Κινητήρες: 2 General Electric J-79 turbojet engines with afterburners/Ώση: 17.900 λίβρες
  • Εκπέτασμα Πτερύγων: 11.7μ
  • Μήκος: 19.1μ
  • Μέγιστη ταχύτητα: 2,370 km/h ή 2.2 Mach
  • Μέγιστο ύψος: Πάνω από 15.240μ. ή 50.000

Υπηρεσία στην Πολεμική Αεροπορία

Το 1972 παραγγέλθηκαν για την ΠΑ 36 αεροσκάφη F-4E (Πρόγραμμα Peace Icarus I). Τα αεροσκάφη αυτά εξόπλισαν δυο πολεμικές μοίρες, την 338 Μοίρα Δίωξης/Βομβαρδισμού και την 339 Μοίρα Παντός Καιρού.

Τα πρώτα έξι F-4E Phantom προσγειώθηκαν στην 117 ΠΜ την Παρασκευή 5 Απριλίου 1974. Το πρώτο που προσγειώθηκε ήταν αυτό με αύξοντα αριθμό της USAF 72-01500. Το 1977 η ΠΑ παράγγειλε επιπλέον 18 αεροσκάφη F-4E και 6 αναγνωριστικά αεροσκάφη RF-4E αναβαθμίζοντας την ποιότητα καθώς και τον στόλο των φωτοαναγνωριστικών αεροσκαφών που διέθετε μέχρι τότε.

Το 1990 στο πλαίσιο μείωσης των αμυντικών δαπανών, η USAF προχώρησε σε μείωση του στόλου των αεροσκαφών της και έτσι παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα, 28 αεροσκάφη F-4E της εθνοφρουράς της Ιντιάνα με την ονομασία Southeastern Regional Agreement (SRA). Tα αεροσκάφη αυτά είχαν αναβαθμιστεί πρόσφατα και διέθεταν το προηγμένο σύστημα βομβαρδισμού και ναυτιλίας Navigation & Weapons Delivery System (NWDS) καθιστώντας τα σχεδόν εφάμιλλα, σε δυνατότητες προσβολής επίγειων στόχων, με αεροσκάφη τρίτης γενιάς. Τα αεροσκάφη αυτά εντάχθηκαν στην 338 Μ.

Η Αναβάθμιση

Στα τέλη του 1997 και μετά από 23 χρόνια υπηρεσίας στην ΠΑ αποφασίστηκε η αναβάθμιση των αεροσκαφών που αγοράστηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων Peace Icarus I και Peace Icarus IΙ. Η αναβάθμιση προέβλεπε τη δομική ενίσχυση των αεροσκαφών και για την ποιοτική αναβάθμιση των ηλεκτρονικών τους.

Στόχος ήταν η εφαρμογή ενός προγράμματος Structure Life Extension Program (SLEP) στα 72 F-4E/RF-4E που είχαν απομείνει σε υπηρεσία και η αναβάθμιση των μαχητικών ικανοτήτων Avionics Upgrade Program (AUP) 39 F-4 (29 αεροσκαφών Ρeace Ιcarus Ι και 10 Ρeace Ιcarus ΙΙ). Τον Δεκέμβριο του 1998, υπογράφηκε η σύμβαση μεταξύ της Γερμανικής Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας (DASA) και της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ).

Η αναβάθμιση των ηλεκτρονικών περιλάμβανε την εγκατάσταση του σύγχρονου Radar AN/APG-65 GR, νέου υπολογιστή αποστολής, ΗUD, έγχρωμων οθόνων πολλαπλής λειτουργίας, GΡS/ΙΝS, ΙFF Ιnterrogator, ασύρματου V/UΗF, υψομέτρου-Radar, καταγραφέα εικόνας-βίντεο κα. Οι αλλαγές αυτές επέτρεψαν τη δυνατότητα μεταφοράς πυραύλων ΑΙΜ-120 AMRAAM καθώς και άλλων προηγμένων όπλων αέρος/εδάφους. Το συνολικό κόστος του προγράμματος ανήλθε σε 315 εκατομμύρια δολάρια και μετά την ολοκλήρωση τα αναβαθμισμένα αεροσκάφη έλαβαν τον τίτλο F-4E Peace Icarus 2000 (PI2000). Το πρωτότυπο αναβαθμισμένο F-4Ε πέταξε στις 28 Απριλίου 1999.


Την Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2002, στις εγκαταστάσεις της ΕΑΒ στην Τανάγρα, πραγματοποιήθηκε η τελετή παράδοσης στην ΠΑ του πρώτου αεροσκάφους παραγωγής του προγράμματος, με αριθμό “01507”, ενώ ήδη στην 117 ΠΜ βρίσκονταν άλλα τρία αναβαθμισμένα αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων και το αρχικό “Ρrincess of Andraνida” (01523).

Με τα νέα δεδομένα η ΠΑ προχώρησε σε αναδιοργάνωση του στόλου των F-4 συγκεντρώνοντας όλα τα αεροσκάφη των προγραμμάτων PI I&II στην Ανδραβίδα. Τα SRA ενσωματώθηκαν το 1997 στην 337 Μοίρα Παντός Καιρού, πετώντας με ρόλο αναχαίτισης μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου του 2005 οπότε και αποσύρθηκαν

 

WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com