O Μιγιαμότο Μουσάσι η φήμη ενος μεγάλου ξιφομάχου .

0
79

Το 1605, ο Μιγιαμότο Μουσάσι, ένας σαμουράι που είχε αποκτήσει φήμη μεγάλου ξιφομάχου στη νεαρή ηλικία των είκοσι ενός ετών, πρoκλήθηκε σε μονομαχία. Εκείνος που τον προκάλεσε, ένας νέος άνδρας ονόματι Ματασιτσίρο, ήταν μέλος της οικογένειας Γοσιόκα, η οποία ήταν επίσης ξακουστή για τον καλό χειρισμό του ξίφους. Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, ο Μουσάσι είχε νικήσει σε μονομαχία τον Γκενζέμον, πα­τέρα του Ματασιτσίρο. Μερικές μέρες αργότερα, είχε σκοτώσει τον νεότερο αδελφό του Γκενζέμον σε μια άλλη μονομαχία.

Η οικογένεια Γοσιόκα ζητούσε εκδίκηση.


Οι φίλοι του Μουσάσι μυρίστηκαν παγίδα στην πρόκληση του Ματασιτσίρο και προσφέρθηκαν να τον συνοδεύσουν στη μονομαχία, αλλά ο Μουσάσι πήγε μόνος του. Στις προηγούμενες συγκρούσεις του με τα μέλη της οικογένειας Γοσιόκα, τους είχε προκαλέσει εκνευρισμό εμφα­νιζόμενος με πολλές ώρες καθυστέρησης. Αυτή τη φορά, όμως, πήγε νωρίς και κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα. Ο Ματασιτσίρο εμφανίστηκε συνοδευόμενος από έναν μικρό στρατό. Ο Μουσάσι «θα αργήσει να έρθει, ως συνήθως», είπε κάποιος από αυτούς, «αλλά αυτό το κόλπο δεν πιάνει πια με εμάς!». Σίγουροι για την ενέδρα τους, οι άνδρες του Ματασιτσίρο ξάπλωσαν και κρύφτηκαν μέσα στα χορτάρια.

Ξαφνικά, ο Μουσάσι πετάχτηκε πίσω από το δέντρο που κρυβόταν και φώναξε:

«Αρκετά περίμενα. Τράβηξε το σπαθί σου!». Με μια επιδέξια κίνηση σκότωσε τον Ματασιτσίρο και, ύστερα, πήρε θέση απέναντι στους άλ­λους άνδρες. Όλοι πήδηξαν όρθιοι, αλλά τους είχε καταλάβει εξ απήνης, απροετοίμαστους, και, αντί να τον κυκλώσουν, στέκονταν μπροστά του διασκορπισμένοι. Ο Μουσάσι απλώς όρμησε πάνω στους σαστισμέ­νους άνδρες – ήταν πλέον θέμα λεπτών να ξεκάνει τον ένα μετά τον άλλον.

Η νίκη του Μουσάσι επιβεβαίωσε τη φήμη του ως ενός από τους με­γαλύτερους ξιφομάχους της Ιαπωνίας. Τώρα περιφερόταν στη χώρα, αναζητώντας άξιους αντιπάλους. Σε μια πόλη άκουσε να μιλούν για έναν ανίκητο πολεμιστή ονόματι Μπάικεν, τα όπλα του οποίου ήταν ένα δρεπάνι και μια μακριά αλυσίδα με μια μεταλλική μπάλα στην άκρη. Ο Μουσάσι ήθελε να δει πώς χρησιμοποιούσε αυτά τα όπλα, αλλά ο Μπάικεν αρνήθηκε: ο μόνος τρόπος να τα δει επί τω έργω θα ήταν σε μια μονομαχία.

Για άλλη μια φορά, οι φίλοι του Μουσάσι διάλεξαν τον σίγουρο δρόμο: τον παρότρυναν να μη δεχτεί. Κανείς δεν είχε καταφέρει να νι­κήσει τον Μπάικεν, τα όπλα του οποίου ήταν ανίκητα: περιστρέφοντας την μπάλα στον αέρα για να πάρει φόρα, ορμούσε αδυσώπητα αναγκά­ζοντας το θύμα του να οπισθοχωρήσει και, στη συνέχεια, εκτόξευε την μπάλα στο πρόσωπο του αντιπάλου. Ο αντίπαλος έπρεπε να αποκρού­σει την μπάλα και την αλυσίδα χρησιμοποιώντας αναγκαστικά και το χέρι με το οποίο κρατούσε το σπαθί, οπότε, σε αυτά τα ελάχιστα λεπτά, ο Μπάικεν του έκοβε το λαιμό με το δρεπάνι.

Αγνοώντας τις προειδοποιήσεις των φίλων του, ο Μουσάσι προκάλεσε τον Μπάικεν και εμφανίστηκε στον καταυλισμό του ανδρός με δύο σπαθιά, ένα μακρύ και ένα κοντό. Ο Μπάικεν δεν είχε δει ποτέ κανέναν να μάχεται με δύο σπαθιά. Επιπλέον, αντί να αφήσει τον Μπάικεν να επιτεθεί, ο Μουσάσι επιτέθηκε πρώτος, κάνοντας τον εχθρό του να οπι­σθοχωρήσει. Ο Μπάικεν δίστασε να ρίξει τη μπάλα, γιατί ο Μουσάσι θα μπορούσε να την αποκρούσει με το ένα σπαθί και να τον κτυπήσει με το άλλο. Καθώς έψαχνε άνοιγμα, ο Μουσάσι του έκανε ξαφνικά να χάσει την ισορροπία του με ένα κτύπημα του κοντού ξίφους και, ακο­λούθως, σε κλάσματα δευτερολέπτου, του κατάφερε ένα κτύπημα με το μακρύ ξίφος και τον διαπέρασε, σκοτώνοντας τον έως τότε ανίκητο Μπάικεν.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσάσι έμαθε για έναν μεγάλο σαμουράι ονόματι Σασάκι Γκάνριου, που πολεμούσε με ένα πολύ μακρύ ξίφος – ένα όπλο εκπληκτικής ομορφιάς, που έμοιαζε να το κινεί ένα πολεμοχα­ρές πνεύμα. Αυτή η μάχη θα ήταν για τον Μουσάσι η ύστατη δοκιμα­σία. Ο Γκάνριου δέχτηκε την πρόκλησή του και η μονομαχία αποφασίστηκε να γίνει σε ένα μικρό νησί, κοντά στο σπίτι του σαμου­ράι.

Το πρωί της μονομαχίας, το νησί είχε γεμίσει από κόσμο. Η μάχη ανάμεσα σε δύο τέτοιους πολεμιστές δεν είχε προηγούμενο. Ο Γκάνριου έφτασε στην ώρα του, αλλά ο Μουσάσι αργούσε, αργούσε πολύ. Πέ­ρασε μια ώρα, πέρασαν δύο – ο Γκάνριου ήταν έξαλλος. Τελικά, φά­νηκε μια βάρκα να πλησιάζει το νησί. Ο επιβάτης της ήταν ξαπλωμένος μέσα, φαινόταν μισοκοιμισμένος και πελεκούσε ένα μακρύ ξύλινο κουπί. Ήταν ο Μουσάσι. Φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του και χά­ζευε τα σύννεφα. Όταν η βάρκα έφτασε στην ακτή, έδεσε γύρω από το κεφάλι του μια βρόμικη πετσέτα και πήδηξε έξω από τη βάρκα, κραδαίνοντας το μακρύ κουπί του – πιο μακρύ από το περίφημο ξίφος του Γκάνριου. Αυτός ο παράξενος άνδρας είχε έρθει στη μεγαλύτερη μάχη της ζωής του με ένα κουπί αντί για ξίφος και με μια πετσέτα δεμένη στο κεφάλι του.

Ο Γκάνριου φώναξε θυμωμένα:

«Τόσο πολύ με φοβάσαι, ώστε ξέχασες την υπόσχεσή σου να είσαι εδώ στις οκτώ;»

Ο Μουσάσι δεν απά­ντησε, αλλά πλησίασε πιο κοντά. Ο Γκάνριου τράβηξε το υπέροχο σπαθί του και πέταξε τη θήκη του στην άμμο. Ο Μουσάσι χαμογέλασε: «Σασάκι, μόλις υπέγραψες την καταστροφή σου.» «Να νικηθώ; Εγώ; Αδύνατον!» «Ποιος νικητής σε αυτόν τον κόσμο», απάντησε ο Μουσάσι, «θα άφηνε να πάρει η θάλασσα τη θήκη του σπαθιού του;».

Αυτή η αι­νιγματική παρατήρηση εξαγρίωσε περισσότερο τον Γκάνριου.

Τότε ο Μουσάσι όρμησε, στοχεύοντας με το μυτερό κουπί του κα­τευθείαν στα μάτια του εχθρού του. Ο Γκάνριου γρήγορα σήκωσε το ξίφος του και κτύπησε το κεφάλι του Μουσάσι, αλλά αστόχησε, και το μόνο που κατάφερε ήταν να κόψει την πετσέτα του Μουσάσι στα δύο. Δεν είχε αστοχήσει ποτέ πριν. Σχεδόν αυτόματα, ο Μουσάσι κατέβασε το ξύλινο σπαθί του, ρίχνοντας κάτω τον Γκάνριου. Πνιχτές κραυγές ακούστηκαν από τη μεριά των θεατών. Καθώς ο Γκάνριου πάλευε να σηκωθεί, ο Μουσάσι τον σκότωσε με ένα κτύπημα στο κεφάλι. Ύστερα, υποκλίθηκε με σεβασμό στον άνδρα που επέβλεπε τη μονομαχία, γύ­ρισε στη βάρκα του και έφυγε τόσο ήρεμος, όσο είχε έρθει.

Από εκείνη τη στιγμή, ο Μουσάσι θεωρήθηκε ξιφομάχος εκτός συ­ναγωνισμού.

Ερμηνεία

Ο Μιγιαμότο Μουσάσι, συγγραφέας του έργου Το Βιβλίο των Πέντε Δακτνλιδιων, κατάφερε να νικήσει σε κάθε μονομαχία για έναν λόγο: σε κάθε περίπτωση, προσάρμοζε την στρατηγική του ανάλογα με τον αντίπαλο και τις συνθήκες της στιγμής. Με τον Ματασιτσίρο, αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει νωρίς, κάτι που δεν είχε κάνει στις προηγούμενες μονο­μαχίες. Προκειμένου να νικήσει αριθμητικά μεγαλύτερες δυνάμεις έπρεπε να τις καταλάβει εξ απροόπτου, γι’ αυτό και πετάχτηκε όταν οι αντίπαλοί του ήταν ξαπλωμένοι. Στη συνέχεια, αφού σκότωσε τον αρ­χηγό τους, στάθηκε απέναντι τους με τέτοιον τρόπο, ώστε τους προκαλούσε να του επιτεθούν κατά μέτωπο αντί να τον κυκλώσουν, κάτι που θα τον έθετε σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Με τον Μπάικεν, το μόνο που χρει­αζόταν ήταν να χρησιμοποιήσει δύο σπαθιά και μετά να κινηθεί γρή­γορα εναντίον του, ώστε εκείνος να μην έχει χρόνο να αντιδράσει έξυπνα σε αυτή την καινοτομία. Με τον Γκάνριου, βάλθηκε να θυμώσει και να ταπεινώσει τον υπερόπτη αντίπαλό του – το ξύλινο σπαθί, η αδιάφορη συμπεριφορά, η βρόμικη πετσέτα αντί για κεφαλόδεσμο, η αινιγματική παρατήρηση, η επίθεση στα μάτια. Οι αντίπαλοι του Μουσάσι βασίζονταν σε εξαίρετες τακτικές, φανταχτερά σπαθιά και ανορθόδοξα όπλα. Κάτι τέτοιο είναι ίδιο με το να επαναλαμβάνεις τον τελευταίο πόλεμο. Αντί να αντιδρούν στις ανάγκες του παρόντος, βασίζονταν στην εκπαίδευση, την τεχνολογία και σε όσα είχαν φέρει αποτελέσματα στο παρελθόν. Ο Μουσάσι, ο οποίος είχε συλλάβει την ουσία της στρατηγικής από πολύ νέος, εκμεταλλεύτηκε την ακαμψία τους για να τους κατατροπώσει. Η πρώτη σκέψη του ήταν το ποιος ελιγμός θα καταλάμβανε κάθε αντίπαλο εξ απροόπτου. Κατό­πιν, προσηλωνόταν στη στιγμή: έχοντας κάνει τον αντίπαλό του να τα χάσει με κάτι απροσδόκητο, τον παρατηρούσε προσεκτικά και, ύστερα, αντιδρούσε με μια άλλη κίνηση, συνήθως αυτοσχέδια, η οποία έφερνε την ήττα και τον θάνατο στον κατάπληκτο αντίπαλο.

 


Όταν προετοιμάζεσαι για πόλεμο, θα πρέπει να ξεφορτώνεσαι τους μύθους και τις παρανοήσεις. «Στρατηγική» δεν σημαίνει να μάθεις μια σειρά κινήσεων ή ιδεών, τις οποίες θα ακολουθείς σαν συνταγή. Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα για τη νίκη. Οι ιδέες είναι απλώς λίπασμα για το χώμα: τις κρατάς στο μυαλό σου ως πιθανότητες, ώστε, την ώρα της δράσης, να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης σχετικά με το ποια κατεύ­θυνση θα ακολουθήσεις και με το ποια θα είναι η κατάλληλη και δημι­ουργική αντίδραση. Ξέχασε όλα τα βοηθήματα -βιβλία, τεχνικές, κανόνες, φανταχτερά όπλα- και μάθε πώς να καταστρώνεις τη δική σου στρατηγική.

Επομένως, οι παλιές νίκες δεν επαναλαμβάνονται – οι νίκες λαμβάνουν σάρκα και οστά κάτω από συνθήκες που αλλάζουν συνεχώς. 

Σουν-τζου (4ος αιώνας π.Χ.)

 

ΠΗΓΗ – Πόλεμος – Οι 33 Στρατηγικές του – ROBERT  GREENE

WP Twitter Auto Publish Powered By : XYZScripts.com